Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Η μεγαλύτερη χαρά

Τη μεγαλύτερη χαρά την παίρνει κανείς με την θυσία. Με μία μικρή ελεημοσύνη ή καλοσύνη προς τον συνάνθρωπό μας η ψυχή δέχεται θεϊκή αγαλλίαση που ούτε ο μεγαλύτερος καρδιολόγος μπορεί να δώσει.
Γέρoντας Παΐσιος
Αναδημοσίευση από: Αναστάσιος
Αυτές τις άγιες ημέρες όπου ο Θεός ενανθρωπίστηκε για μας, ας προσπαθήσουμε λίγο περισσότερο να προβάλουμε τον καλό μας εαυτό, αδειάζοντας τον εγωισμό μας και γεμίζοντας την καρδιά μας με ανιδιοτελή αγάπη!
Ας ανοίξουμε τη ζεστή μας αγκαλιά προς τους συνανθρώπους μας. Ακόμα κι ένα χαμόγελο είναι ικανό να φωτίσει τον κόσμο ενός ανθρώπου!
Ας προσευχηθούμε όλοι μαζί αυτή την τελευταία ημέρα του χρόνου, να ξημερώσει ένα ευλογημένο νέο έτος για όλο τον κόσμο! Ας βάλουμε αρχή κι ας προσπαθήσουμε κάθε μέρα να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε!
Στο κατώφλι του 2012, τα μάτια μπορούν και ξέρουν τον τρόπο να χαμογελούν! Είναι άμεσα συνδεδεμένα με την ανθρώπινη καρδιά! Μια καρδιά που κρύβει τόσο πλούτο, τόσο χρώμα, τόση... αγάπη!
Ευλογημένη χρονιά
με το Χριστό,
κοντά στο Χριστό,
όλα για το Χριστό!

Τα Χριστούγεννα του παπα-Τύχωνα

Μυστήριες οι μέρες των Χριστουγέννων. Παράξενες. Και απογοητευτικές. Περιμένουμε να μας γεμίσουν χαρά. Και τελικά αποδείχνεται πώς περιμένουνε κι αυτές το ίδιο από μας. Τις γεμίζουμε δώρα και χριστουγεννιάτικα στολίδια. Εξωτικές συνταγές και ακριβές σαμπάνιες. Κι αυτές, αχάριστες, μας προσπερνούν και δίνουν τα δώρα τους σε τύπους άσχετους και μέρη απίθανα. Όπως καληώρα στο κελλί του Παπα-Τύχωνα.
«Κάθε Χριστούγεννα ο Γέροντας θα οικονομούσε μια ρέγκα, για να πέραση όλες τις χαρμόσυνες ήμερες του Δωδεκαημέρου με κατάλυση ιχθύος. Την δε ραχοκοκκαλιά της ρέγκας δεν την πετούσε, αλλά την κρεμούσε με μια κλωστή και, όποτε ήταν καμιά Δεσποτική ή Θεομητορική εορτή και είχε κατάλυση ιχθύος, έβραζε λίγο νερό σ' ένα κονσερβοκούτι, βουτούσε την ραχοκοκκαλιά δυό-τρεις φορές στο νερό, για να πάρη λίγη μυρωδιά, και μετά έριχνε λίγο ρύζι. Έτσι έκανε κατάλυση και κατηγορούσε και τον εαυτό του ότι τρώει και ψαρόσουπες στην έρημο! Την ραχοκοκκαλιά αυτή την κρεμούσε πάλι στο καρφί και για άλλη κατάλυση, μέχρι πού άσπριζε πια καί τότε την πετούσε»
(Μοναχού Παϊσίου Άγιορείτου, Άγιορεϊται Πατέρες και Αγιορείτικα, έκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης 6 Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλονίκης, σ. 22).

Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία..


Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Χριστούγεννα! Πλησιάζουμε ξανά στην ημερομηνία των γενεθλίων Σου..

Όπως θα ξέρεις, πλησιάζουμε ξανά στην ημερομηνία των γενεθλίων μου. Κάθε χρόνο γίνεται γιορτή προς τιμή μου, έτσι και φέτος.
Αυτές τις μέρες ο κόσμος κάνει πολλά ψώνια, γίνονται διαφημίσεις μέχρι και στο ράδιο, την τηλεόραση και παντού κανείς δεν μιλά για κάτι άλλο εκτός από το τι λείπει μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα...
Είναι ευχάριστο να ξέρω ότι τουλάχιστον μία μέρα τον χρόνο κάποιοι με σκέφτονται.
Όπως θα γνωρίζεις πριν από πολλά χρόνια ξεκίνησαν να γιορτάζουν τα γενέθλιά μου. Στην αρχή φαινόντουσαν να καταλαβαίνουν και με ευχαριστούσαν γι' αυτό που έκανα για εκείνους. Όμως σήμερα κανείς δεν γνωρίζει τι γιορτάζουν.
Οι άνθρωποι συναντώνται και περνούν πολύ καλά όμως κανείς δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται....
Θυμάμαι πέρυσι, την ημέρα των γενεθλίων που έκαναν μια μεγάλη γιορτή προς τιμή μου. Στο τραπέζι υπήρχαν τα πάντα, όλα ήταν διακοσμημένα όμορφα και υπήρχαν πολλά δώρα, αλλά ...; Ξέρεις τι;...
Ούτε που με κάλεσαν, ενώ ήμουν ο επίτιμος καλεσμένος κανείς δεν θυμήθηκε να με καλέσει. Και η γιορτή γινόταν για μένα...
Και όταν έφτασε η μεγάλη μέρα... με άφησαν απ' έξω, μου έκλεισαν την πόρτα... εγώ ήθελα να βρεθώ στο τραπέζι μαζί τους...
Η αλήθεια είναι ότι δεν εξεπλάγην γιατί τα τελευταία χρόνια όλοι μου κλείνουν την πόρτα. Μιας και δεν με κάλεσαν, σκέφτηκα να παραβρεθώ χωρίς να κάνω θόρυβο κι έτσι μπήκα και στάθηκα σε μια γωνίτσα.
Διασκέδαζαν όλοι, κάποιοι έλεγαν ιστορίες, γελούσαν, πέρναγαν πολύ καλά, μέχρι που έφτασε ένας....
Γέρος χοντρός, ντυμένος στα κόκκινα με άσπρα γένια... Και φώναζε... χο, χο, χο!, λες και είχε πιει λίγο παραπάνω...κάθισε βαριά βαριά σε μια πολυθρόνα και... Όλοι έτρεξαν καταπάνω του λέγοντας...Άγιε Βασίλη! ...λες και η γιορτή ήταν γι' αυτόν...
Ήρθαν τα μεσάνυχτα και όλοι άρχισαν να αγκαλιάζονται, άπλωσα κι εγώ τα χέρια μου ελπίζοντας πως κάποιος θα με αγκαλιάσει... Και ξέρεις; Κανείς δεν με αγκάλιασε.
Ξαφνικά άρχισαν όλοι να ανταλλάσσουν δώρα, ένας-ένας τα άνοιγαν μέχρι που τελείωσαν όλα... Πλησίασα να δω μήπως παρ' ελπίδα υπήρχε κάποιο για μένα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα...
Πώς θα αισθανόσουν αν την ημέρα των γενεθλίων σου αντάλλασσαν δώρα όλοι μεταξύ τους κι εσένα δεν σου δώριζαν τίποτα;
Τότε κατάλαβα ότι εγώ περίσσευα σε εκείνη τη γιορτή, βγήκα χωρίς να κάνω θόρυβο, έκλεισα την πόρτα κι αποσύρθηκα...
Κάθε χρόνος που περνάει είναι χειρότερα, ο κόσμος θυμάται μόνο το δείπνο, τα δώρα και τις γιορτές. Κανείς δεν θυμάται εμένα...
Θα ήθελα αυτά τα Χριστούγεννα να μου επιτρέψεις να έρθω στη ζωή σου, να αναγνωρίσεις ότι πριν από δύο χιλιάδες χρόνια ήρθα σε αυτόν τον κόσμο για να δώσω τη ζωή μου για σένα, στον σταυρό, και να σε σώσω.
Το μόνο που θέλω σήμερα είναι να το πιστέψεις με όλη σου την καρδιά ...
Θα σου πω κάτι: σκέφτηκα, μιας και πολλοί δεν με προσκαλούν στη γιορτή που κάνουν, θα κάνω τη δική μου γιορτή και θα είναι σπουδαία, όπως κανένας δεν την έχει φανταστεί, μια γιορτή πολύ μεγάλη. Ακόμη κάνω τις τελευταίες προετοιμασίες, στέλνω πολλές προσκλήσεις και σήμερα υπάρχει μία ειδικά για εσένα.
Θέλω μόνο να μου πεις αν θέλεις να βοηθήσεις, θα σου κρατήσω μια θέση και θα γράψω το όνομά σου, στη μεγάλη λίστα μου με τους καλεσμένους με κράτηση και... Θα πρέπει να μείνουν απ' έξω εκείνοι που δεν θα απαντήσουν στην πρόσκλησή μου... Ετοιμάσου γιατί όταν όλα θα είναι έτοιμα, μια μέρα που δεν θα το περιμένει κανείς, θα κάνω μια μεγάλη γιορτή...
ΧΡΙΣΤΕ, Σ' ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕΣ

Αναδημοσίευση: Οπου γης

Ο βίος του Αγίου Στεφάνου

 
Ήταν ένας από τους πιο διακεκριμένους μεταξύ των επτά διακόνων, που εξέλεξαν οι πρώτοι χριστιανοί για να επιστατούν στις κοινές τράπεζες των αδελφών, ώστε να μη γίνονται λάθη και τους χειροτόνησαν οι Άγιοι Απόστολοι.

Αν και κουραστική η ευθύνη του επιστάτη για τόσους αδερφούς παρ’ όλα αυτά ο Στέφανος έβρισκε καιρό και δύναμη για να κηρύττει το Ευαγγέλιο του Χριστού. Και όπως αναφέρει η Αγία Γραφή: «Στέφανος πλήρης πίστεως και δυνάμεως εποίει τέρατα και σημεία μεγάλα εν τω λαώ».(Πραξ.Αποστόλων, στ΄8-15, ζ΄1-60). Δηλαδή ο Στέφανος, που ήταν γεμάτος πίστη και χάρισμα ευγλωττίας δυνατό, έκανε μεταξύ του λαού μεγάλα θαύματα, που προκαλούσαν κατάπληξη και αποδείκνυαν την αλήθεια του χριστιανικού κηρύγματος.

Ο Στέφανος είχε αφιερώσει τη ζωή του στο κήρυγμα του ευαγγελικού λόγου και στη φιλανθρωπική δράση. Για τη προσφορά και τις αρετές του τιμήθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Με το χάρισμα αυτό θεράπευε ασθενείς και αποδείκνυε τη δύναμη του Χριστού. Με τη βαθιά θεολογική του κατάρτιση ανέτρεπε εύκολα τις κακοδοξίες των ιουδαίων για το έργο του Χριστού, προκαλώντας την οργή και το φθόνο τους.

Οι Ιουδαίοι, όμως, καθώς ήταν προκατειλημμένοι, εξαπέλυσαν συκοφάντες ανάμεσα στο λαό, που διέδιδαν ότι άκουσαν το Στέφανο να βλαστημεί το Μωϋσή και το Θεό.

Με αφορμή, λοιπόν, αυτές τις συκοφαντίες, που οι ίδιοι είχαν ενσπείρει, άρπαξαν με μίσος το Στέφανο και τον οδήγησαν μπροστά στο Συνέδριο, τάχα για να απολογηθεί.

Η απολογία του Στεφάνου υπήρξε πρότυπο τόλμης και θάρρους. Χωρίς να φοβηθεί καθόλου, εξαπέλυσε λόγια- κεραυνούς εναντίον των Ιουδαίων. Και από υπόδικος, ορθώθηκε θυελλώδης ελεγκτής και κατήγορος.

Τότε ακράτητοι από το μίσος οι Ιουδαίοι, τον έσυραν έξω από την πόλη, όπου τον θανάτωσαν με λιθοβολισμό.

Εκεί φάνηκε και η μεγάλη συγχωρητικότητα του Στεφάνου προς τους εχθρούς του με τη φράση του, «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Κύριε μη λογαριάσεις σ’ αυτούς την αμαρτία αυτή.

Η μνήμη του Αγίου Στεφάνου τελείται την 27η Δεκεμβρίου.


Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Χριστούγεννα: η Βασιλεία του Θεού αποκαλύπτεται στους ανθρώπους

Christ's NativityΧριστούγεννα! Η πρώτη εορτή της χριστιανοσύνης!
Ο πάντοτε δοξαζόμενος Θεός, έρχεται ειρηνικά και αθόρυβα στην πολύπαθη ανθρωπότητα, εκφράζοντας την ευαρέσκειά του. Βρέθηκε επιτέλους ο κατάλληλος τόπος, για να υποδεχθεί τον Βασιλέα όλων. Είναι η άσπιλη Παρθένος Μαρία.
Έρχεται ο Θεός να φανερώσει τη Βασιλεία του. Έρχεται να μας ανυψώσει από δούλους της αμαρτίας, σε βασιλείς της Βασιλείας των ουρανών.
Το πρώτο κήρυγμα του ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου, του Ιησού Χριστού, ήταν: «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. δ΄ 17). Αλλάξτε τρόπο σκέψεως και ζωής, διότι έφθασε η Βασιλεία των Ουρανών. Ήλθε στη γη, είναι παρούσα!

Ποια είναι όμως η Βασιλεία των ουρανών; Πώς θα την διακρίνουμε; Η Βασιλεία...
... των ουρανών είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος ήρθε στους ανθρώπους. Είναι η Εκκλησία ολόκληρη. Είναι ο Άγιος Τριαδικός Θεός με τους ανθρώπους και τους αγγέλους και την κτίση ολόκληρη. Η Βασιλεία του Θεού εδώ στην γη είναι η Θεία Λειτουργία.
  • Θέλεις να δεις το Θεό; Έλα στη Θεία Λειτουργία!
  • Θέλεις να ζήσεις την Βασιλεία του Θεού; Έλα στη Θεία Λειτουργία!
  • Θέλεις να ζεις στη ζωή της Βασιλείας του Θεού; Ζήσε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, σύμφωνα με τις εντολές του!
Εάν δεν είχαμε αποστατήσει από το Θεό και δεν είχαμε διαστρεβλωθεί, δεν θα υπήρχε η ανάγκη να υπάρχουν οι εντολές. Τηρώντας τώρα τις εντολές του Θεού, εισερχόμαστε στη Βασιλεία του Θεού, όπου δεν υπάρχει καμία εντολή.
Όπου υπάρχουν εντολές, έχουμε περιορισμούς. Στη Βασιλεία του Θεού υπάρχει ελευθερία. Εκεί ο άνθρωπος κινείται αγαπητικά προς το Θεό. Κινείται αυθόρμητα προς το αγαθό. Έχει ταυτίσει το θέλημά του με το θέλημα του Θεού. Δε ζει πλέον αυτός, αλλά ζει ο Θεός εν αυτώ. Όταν όμως μέσα μας υπάρχει ο Θεός, αυτό είναι μακαριότητα, είναι ευτυχία, είναι ηδονή άφθαστη.
Αυτή είναι η τέλεια κατάσταση του ανθρώπου. Γι’ αυτή τη μακαριότητα είμαστε πλασμένοι. Η ρήση του Αγίου Τριαδικού Θεού το μαρτυρεί: «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν», (Γένεση α΄ 26) και μας έπλασε με σκοπό να ομοιάσουμε τον Θεό.
Όταν ρώτησαν κάποτε τον Ιησού Χριστό, πού είναι η Βασιλεία του Θεού, τους απάντησε ότι: «εντός υμών εστι», (Λουκ. ιζ΄ 21). Τι εννοούσε μ’ αυτό ο Χριστός; Ότι η Βασιλεία του Θεού δεν είναι κάπου αλλού ή θα έρθει κάποτε, αλλά είναι μέσα μας, είναι ανάμεσά μας, είναι παρούσα τώρα, εδώ. Δηλαδή, όταν ο άνθρωπος δέχεται μέσα του και στη ζωή του τον Χριστό, αυτός ζει από τώρα, από εδώ, απ’ αυτή τη ζωή, τη Βασιλεία του Θεού! Είναι καταπληκτικό! Είναι υπέροχο!
Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να πλανηθεί από το διάβολο, ώστε να θελήσει να ψάξει αλλού να βρει τη μακαριότητα, διότι την έχει, τη ζει. Γι’ αυτό και ό,τι είναι κοσμικό το αποφεύγει. Το αποφεύγει όχι αναγκαστικώς και μετά κόπου, αλλά ελευθέρως και αυτοβούλως και χωρίς κόπο.
Προ της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου, οι πάντες ήταν δούλοι του διαβόλου, πράττοντας όλα εκείνα που δεν αρμόζουν στον «κατ’ εικόνα Θεού» πλασμένο άνθρωπο. Και αυτό ήταν μία αφόρητη κατάσταση. Ήταν η δουλεία της δαιμονικής ειδωλολατρίας, για την οποία δεν ήταν πλασμένος ο άνθρωπος. Γι’ αυτό, όταν ήρθε ο Χριστός και ήρθε η Βασιλεία του Θεού στη γη, έφευγαν οι άνθρωποι από την ειδωλολατρία, για να γλυτώσουν απ’ αυτή την τυραννία της δουλείας του διαβόλου και να εισέλθουν στην ελευθερία και ανάπαυση της Βασιλείας του Θεού.
Γι’ αυτό και οι πρώτοι χριστιανοί, όταν τους ζητούσαν να προσκυνήσουν τα είδωλα ή να προσφέρουν θυσίες, εκείνοι προτιμούσαν τον πιο οδυνηρό θάνατο παρά τη λατρεία των ψεύτικων ειδωλολατρικών θεών. Ζούσαν από εδώ τη Βασιλεία των Ουρανών!

Η μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων, αγαπητοί μου, αυτό το μήνυμα φέρνει στους ανθρώπους:
  • Ήλθε ο Θεός στη γη, για να ελευθερώσει τους ανθρώπους από τη δουλεία του Σατανά!
  • Ήλθε, για να καθιδρύσει τη Βασιλεία του στον κόσμο!
  • Ήλθε, να κάνει τον κόσμο Βασιλεία!
  • Ήλθε, να δώσει ειρήνη, χαρά και μακαριότητα!
Το έψαλλαν και οι μυριάδες των αγγέλων στον ουρανό, όταν γεννήθηκε ο Χριστός: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». (Λουκά β΄ 24)
Μπορούμε όλοι να γίνουμε πολίτες της Βασιλείας του Θεού!
Με πολλές ευχές για ευλογημένα Χριστούγεννα,
ο πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Λ. Βασιλείου.

Αναδημοσίευση: Τις Θεός Μέγας

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Γιατί αγαπώ Τον Ιησού Χριστό !

.

ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, γιατί ως Θεός είναι η ίδια η Αγάπη...Το απέδειξε με τον καλύτερο τρόπο όταν θέλησε να γίνει άνθρωπος και να έλθει στη γη για χάρη μας. Δεν ήλθε με ένδοξο τρόπο για να με υποχρεώσει να Τον πιστέψω, αλλά ως ασήμαντος άνθρωπος γεννήθηκε σ' ένα στάβλο κι έζησε φτωχός και ταπεινός στη μικρή πόλη μιας ασήμαντης επαρχίας. Η ανθρώπινη ζωή Του ήταν η απόλυτη έκφραση έμπρακτης αγάπης με αποκορύφωμα την υπέρτατη θυσία που Τον οδήγησε στο θάνατο. Η διδασκαλία Του, που ο ίδιος εφάρμοσε στην πράξη, μολονότι ως άνθρωπος δεν μορφώθηκε και δεν σπούδασε, υπήρξε η υψίστη σοφία που οδήγησε την ανθρωπότητα και τον πολιτισμό στις ευγενέστερες κατακτήσεις. Το μήνυμα της Ανάστασής Του από τούς νεκρούς, που πληρώθηκε πολύ ακριβά απ’ όσους το πίστεψαν και το διέδωσαν, προσφέρει τη μεγαλύτερη ελπίδα που μπορεί να δεχτεί η ανθρώπινη καρδιά και λύνει κάθε υπαρξιακό πρόβλημα της ζωής.
.
ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, γιατί η ζωή μου πήρε νόημα απ’ αυτή την ελπίδα. Ο Ίδιος δεν μου υπόσχεται απολαύσεις που εξαρτώνται από υλικά αγαθά η κοσμικά προνόμια, αλλά μου παρουσιάζει την επίγεια ζωή γεμάτη ευκαιρίες για την προσέγγιση της αιώνιας πνευματικής απόλαυσης. Είναι η χαρά που εξαρτάται από την είσοδό μου στο χώρο της Αγάπης, που είναι η κινητήρια δύναμη της ζωής, δηλαδή η ένωσή μου μ' Εκείνον. Έτσι, πράγματα όπως ο πλούτος, η ομορφιά και η δόξα, αλλά και η φτώχεια η η ασχήμια η η ασθένεια που μπορεί να έχω, φαίνονται ασήμαντα και μηδαμινά μπροστά στη χαρά της αγάπης που με κάνει καλύτερο άνθρωπο όσο περισσότερο αγωνίζομαι να ζω το θέλημά Του και τις εντολές Του.
.
ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, γιατί η ζωντανή παρουσία Του στη ζωή μου, γέμισε την καρδιά μου από τέτοια χαρά, εσωτερική γαλήνη, ειρήνη και ασφάλεια, που κανένα φαινόμενο και καμιά άλλη δύναμη δεν μπορεί να μου προσφέρει. Μέσα σε μια ζωή γεμάτη δοκιμασίες και θλίψεις, στην οποία επέλεξα να ζω χάνοντας τον Παράδεισο που Εκείνος μου είχε εξ αρχής προσφέρει, σε κάθε δυσκολία που περνάω Τον νοιώθω δίπλα μου να με καταλαβαίνει και να με στηρίζει ψυχικά, γιατί ο ίδιος είναι ένας Θεός που πέρασε θλίψη, αγωνία, πόνο και βάσανα για χάρη μου και μάλιστα έφθασε στο θάνατο για μένα. Για κανένα λόγο δεν θα μπορούσα να νοιώθω περισσότερη περηφάνεια και τιμή, παρά για ένα φίλο που με αγαπάει τόσο πολύ.
.
ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, γιατί μπορώ να Τον εμπιστεύομαι. Το πρόσωπο και τα λόγια Του ποτέ δεν αποδείχθηκαν ψεύτικα η ανεφάρμοστα. Αντίθετα, η διαίσθησή μου δεν αναγνωρίζει τίποτα πιο αληθινό από την πίστη σ' Εκείνον. Η ζωή των αγίων της Εκκλησίας Του και κάθε γνήσιος αγωνιστής της πίστης, είναι η μεγαλύτερη έμπνευση για το νου και την ψυχή μου. Εμπιστεύομαι την κρίση Του για το τι θα μου συμβεί και ξέρω ότι φροντίζει πάντα για το καλό μου. Γνωρίζω πως και στις μεγαλύτερες δυσκολίες που θα επιτρέψει να περνάω, είναι ικανός να με στηρίξει.Νοιώθω απέραντη ευγνωμοσύνη απέναντι στο Χριστό, γιατί του οφείλω το ύψιστο αγαθό της ζωής. Με όλη τη δύναμη που μπορεί το μυαλό μου να συλλάβει, Τον θαυμάζω ως Δημιουργό του κόσμου που μας περιβάλλει, αφού όλες οι λειτουργίες της φύσης έχουν σαν αρχή Εκείνον. Αν είμαι ευγνώμων απέναντι στους γονείς μου η σε όποιον φρόντισε από μικρός να έχω στέγη, τροφή και ενδυμασία, άπειρες φορές η καρδιά μου υποκλίνεται μπροστά σ' Εκείνον που μας παρέχει όλες τις προϋποθέσεις της ζωής και της ισορροπίας του κόσμου. Εκείνος κανονίζει τη θέση και την κίνηση της γης, ώστε να μην καίγεται και να μην παγώνει. Εκείνος κινεί την ατέλειωτη αλυσίδα των ζωντανών οργανισμών πάνω της. Εκείνος καθορίζει τούς φυσικούς νόμους που στερεώνουν το διάστημα και όσα γνωστά η άγνωστα υπάρχουν σ' αυτό. Εκείνος ρυθμίζει τη λειτουργία των οργάνων του σώματός μου και δίνει οξυγόνο στην ανάσα μου μέχρι τη στιγμή που γνωρίζει. Εκείνος, σύμφωνα με το Ευαγγέλιό Του κανονίζει μέχρι και τον αριθμό των τριχών του κεφαλιού μου, κάτι που αγνοεί εντελώς ακόμα και η μάνα που με γέννησε. Με ξέρει καλύτερα από τον πιο κολλητό μου φίλο, με γνωρίζει βαθειά ως τον πάτο της ψυχικής μου αβύσσου. Κι ενώ βλέπει τα άπειρα ελαττώματά μου, που θα έκαναν τον καθένα να με αντιπαθήσει αν τα γνώριζε, με αγαπά όσο το μυαλό μου δεν μπορεί να μετρήσει. Και μόνο γι' αυτό το λόγο θα άξιζε να Του δώσω ό,τι πιο πολύτιμο έχω. Δεν περιμένει να του προσφέρω τίποτα για να με αγαπά και παρόλες τις φορές που Του γυρίζω την πλάτη, ακόμα κι αν Τον πολεμήσω, δεν ελαττώνει την αγάπη Του απέναντί μου, σαν τον ήλιο που δεν κάνει διάκριση στην αποστολή των ακτίνων του.
.
ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, για το σεβασμό και τη διακριτικότητά Του απέναντί μου. Η σχέση μου μαζί Του είναι σαν τον καθρέφτη, που όσο τον πλησιάζεις έρχεται κοντά στο είδωλό σου και όσο απομακρύνεσαι φεύγει. Είναι πάντα εδώ για μένα, αλλά μου αφήνει την πρωτοβουλία να Τον αναζητήσω η να Τον διώξω. Ως απόλυτη Αγάπη, Εκείνος, αναγνωρίζει την ελευθερία μου να επιλέξω πόσο κοντά Του θέλω να βρίσκομαι. Είναι έτοιμος με ανοιχτή αγκαλιά να δεχτεί την επιστροφή μου, αφού Τον έχω προδώσει, με μια απλή συγνώμη. Τον αγαπώ, γιατί ενώ ασχολείται με δισεκατομμύρια ανθρώπους, ενδιαφέρεται για μένα προσωπικά, δίνοντάς μου αυτοτελή αξία. Αν κάποιο σημαντικό πρόσωπο, ένας πρωθυπουργός, ένας μεγαλοεπιχειρηματίας η ένας διάσημος σταρ δεχόταν να τον συναντήσω έστω και μία φορά, θα το θεωρούσα μεγάλη τιμή και ευκαιρία. Εκείνος είναι ο Θεός του Σύμπαντος κι όμως μου παρέχει το δικαίωμα να Του μιλάω ό,τι ώρα θέλω. Σε όποιο τόπο η κατάσταση κι αν βρεθώ, στο σπίτι η στη δουλειά, στο λεωφορείο η πλένοντας τα πιάτα, θαυμάζοντας ένα ηλιοβασίλεμα για να Του πω ευχαριστώ, η μέσα σ’ ένα μπαρ όπου μπορεί να κινδυνεύω για να Του ζητήσω βοήθεια, καθώς περπατώ στο δρόμο η γονατιστός στο Ναό Του για να Τον δοξάσω.
.
ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, γιατί είναι ο καλύτερος σύνδεσμος που μπορεί να με δέσει με τούς φίλους μου, ακόμα κι όταν βρίσκονται μακρυά μου, καθώς φαντάζομαι ότι όλοι είμαστε γονατιστοί μπροστά Του, σαν μια οικογένεια λουλουδιών στον απέραντο κήπο Του. Όσο σκέφτομαι Εκείνον, ποτέ δεν φωλιάζει μίσος η κακία στην καρδιά μου για όσους με αδικούν.
.
ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, γιατί ο κόσμος και η ζωή παίρνουν μια γοητεία αξεπέραστη μέσα από τη γνώση της παρουσίας Του. Το κυνήγι του θελήματός Του είναι το ωραιότερο παιχνίδι που γνώρισα. Όσο κακός παίκτης κι αν είμαι, δεν αρνείται να με βοηθήσει στις προσπάθειές μου. Κάθε κατάκτηση με γεμίζει χαρά και κάθε πτώση μου προσφέρει ταπείνωση και σοφία, όσο πιστεύω και ελπίζω στη δύναμη της Αγάπης Του. Το κίνητρο της αιώνιας χαράς που μόνο Εκείνος μου προσφέρει με πολλαπλή αμοιβή και στο παρόν και πέρα απ' το θάνατο, για καθετί που κάνω για χάρη Του, ολοκληρώνει το νόημα της αποστολής μου σ' αυτή τη ζωή. Κάθε σύγκρισή Του με οποιοδήποτε μέγεθος, απέχει όσο ο Δημιουργός από το δημιούργημα, όσο η Αλήθεια από το ψέμα, όσο η αφθαρσία από το θάνατο. Αγαπώ το Χριστό, γιατί είναι η Αγάπη και τίποτα δεν συγκρίνεται μαζί Του !

(Αρχ. Νεκτάριος Μουλατσιώτης
Από το περιοδικό Ορθόδοξη Μαρτυρία , τεύχος 131 )

Αναδημοσίευση: Οδεύοντας

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Εξομολογητική Προσευχή

...

"Κύριέ μου, Κύριε, γλυκύτατέ μου Ιησού Χριστέ, που είσαι ο Θεός των οικτιρμών, η άβυσσος του ελέους, που αλλάζεις από συμπάθεια γνώμη για τις κακίες των ανθρώπων, κ' εμένα, που τελευταία μετανόησα και προσέρχομαι σε σένα με πίστη, δέξου με και ελέησέ με τον αμαρτωλό, τον άσωτο, τον ακάθαρτο, τον πανάθλιο, τον βλάστημο, τον επίορκο, τον ψεύτη, τον λοίδορο, τον υβριστή, τον κατάλαλο, τον οργίλο, τον μνησίκακο, τον φθονερό, το σκανδαλοποιό, τον άσπλαχνο, τον μη ελεήμονα, τον φιλάργυρο, τον φιλόδοξο, τον φιλήδονο, τον κοιλιόδουλο, τον μέθυσο, τον τεμπέλη, τον γελωτοποιό, τον ασταθή, τον κενόδοξο, τον υπερήφανο, τον περιφρονητή των θείων εντολών σου, και μη θελήσεις να με παραδώσεις σε πλήθος τιμωριών, εξαιτίας του πλήθους των εγκλημάτων που ανέφερα πιο πριν.
Αλλά εσύ, Κύριε Ιησού, ο Θεός μου, που είσαι μακρόθυμος και φιλεύσπλαχνος, λυπήσου την καρδιά μου, που είναι συντριμμένη, μέσα στις τόσες αμαρτίες και καταδικασμένη από την ίδια μου συνείδηση, γιατί δεν φύλαξα τις ιερές υποσχέσεις του αγίου Βαπτίσματος και του θείου και αγγελικού Σχήματος των Μοναχών. Και τώρα, για τις διπλές αυτές υποσχέσεις πονώ κι αναστενάζω, να μου χαρίσεις το έλεός σου, κι ας μην το αξίζω, ελπίζοντας και παρακαλώντας μόνο την αγαθότητά σου να με συγχωρήσει και να μ' ελευθερώσει από τις τιμωρίες που με περιμένουν τη φοβερή ήμερα της Κρίσεως. Ναι, Κύριέ μου, Κύριε, γλυκύτατέ μου Ιησού, σώσε με από τη βαθειά απελπισία μου και μην αφήσεις να πάνε χαμένες η ελπίδα και η προσδοκία μου. Σπλαχνίσου με τώρα που επικαλούμαι την ευσπλαχνία σου. Καθάρισέ με, τον καταλερωμένο. Λεύκανε πάλι τον κατασπιλωμένο χιτώνα μου, και σώσε με τον άσωτο. Μη με κατακρίνεις, τον ήδη καταδικασμένο. Μη παραδώσεις στα νοητά θηρία τη ψυχή που τώρα σε ικετεύει. Μη με καταδικάσεις στις φλόγες της κολάσεως, εξαιτίας της παραβάσεως των ιερών υποσχέσεων του αγίου Βαπτίσματος .
Κύριέ μου Κύριε, γλυκύτατε μου Ιησού, που είσαι μακρόθυμος και ανεξίκακος και δεν μετανιώνεις για όσα μας χαρίζεις, αξίωσέ με, από σήμερα, να σου προσφέρω ειλικρινή λατρεία με αγαθά έργα, για να μπορέσω έτσι ν' αποδώσω κάποιο καρπό άξιο μετανοίας και να εκπληρώσω καθαρές και ολόκληρες τις ιερές υποσχέσεις μου.
Κύριέ μου Κύριε, γλυκύτατε μου Ιησού, που είσαι κραταιός, μεγαλοδύναμος και παντοκράτωρ, φύτεψε μέσα στη καρδιά μου το σωτήριο φόβο σου και την αγάπη για τις εντολές σου. Φώτισε το νου μου με τις αχτίνες των χαρισμάτων σου. Υπόταξε τις αισθήσεις μου στο λόγο σου. Στρέψε τη θέλησή μου προς εσένα, τον μόνο αληθινό κ' επιθυμητό. Εκπαίδευσε τη γλώσσα μου να στρέφεται κάθε μέρα προς εσένα, λέγοντας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Γιέ του Θεού, με τις πρεσβείες της αγίας και αειπάρθενου Θεοτόκου, λυπήσου με τον αμαρτωλό και σώσε με. Κύριε, με τη δύναμη του τιμίου και ζωοποιού Σταύρου σου, φύλαξέ με. Περιτείχισέ με, Κύριε, με τα φτερά των αγίων Αγγέλων σου. Όπλισέ με καλά ν' αγωνίζομαι πάντα, με τη μεσιτεία των αγίων Αποστόλων σου και των Μαρτύρων. Με τις πρεσβείες πάντων των Αγίων σου, Κύριε, στείλε το μέγα έλεός σου και σ' εμένα και σώσε με, τον ανάξιο, που μ' εξαγόρασες με το πάντιμο αίμα σου.
Εξάλειψε τις πολυχρόνιες κηλίδες των αμαρτιών μου. Διώξε από πάνω μου τα δαιμόνια της λαγνείας και της πονηρίας- απάλλαξέ με από τις μάταιες φροντίδες του παρόντος αιώνος. Έλκυσέ με ολόκληρο προς την αιώνια αγάπη σου. Δυνάμωσέ με να περπατώ τη στενή και τεθλιμμένη οδό ως την έσχατή μου ήμερα, ώρα και αναπνοή, και να μπορέσω έτσι ν' αποθέσω τη ψυχή μου στους αγαθούς Αγγέλους, ελευθερωμένος από τα πονηρά τελώνια, που παραμονεύουν στον αέρα, και ν' αξιωθώ τα αιώνια αγαθά σου, μαζί με όλους τους Αγίους σου. Παναγία, ευσπλαχνικότατη μητέρα του γλυκύτατου Ιησού μου, πρέσβευε σε παρακαλώ για μένα, τον άθλιο και αμαρτωλό, για να εισακούσει την φτωχή δέησή μου ο Γιος και Θεός σου.
Πανσεβάσμιε Σταυρέ του Χριστού, που είσαι το όπλο και το σύμβολο της σωτηρίας μας, δίωξε από πάνω μου κάθε πονηρό λογισμό και κάθε πανούργα επίθεση της εχθρικής δύναμης, που μπορεί να έρχεται είτε από δαίμονες είτε από ανθρώπους.
Παμμέγιστοι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, που είστε ελευθερωτές και εγγυητές μου,
Άγιε Άγγελέ μου, φύλακα και φρουρέ μου, και όλοι οι Άγγελοι του Θεού, σας παρακαλώ να με οδηγείτε στο πανάγιο θέλημα του Θεού, και βοηθήστε με στην αδυναμία μου που αγγίζει το σώμα και το πνεύμα μου‡ φυλάγετε με πάντοτε από τις επιθέσεις του εχθρού, και παρακαλέστε τον εύσπλαχνο Δημιουργό, να ελεήσει κ' εμένα, που παραβαίνω συνεχώς τις άγιες εντολές του, και να δώσει να περάσω τη ζωή μου ως τις τελευταίες μου ήμερες με ειρήνη ψυχική και αληθινή μετάνοια. Σας παρακαλώ, ακόμη, άγιοι Άγγελοι, να μου παρασταθείτε και στην ώρα της εξόδου της ψυχής μου απ' το σώμα, να 'στε κοντά και να με στηρίζετε, περιθάλποντας, περιφρουρώντας και βοηθώντας την απαλλαγή μου από τις υπόγειες σατανικές δυνάμεις, μόνο χάρη στο έλεος του Θεού.
Άγιε Ιωάννη ένδοξε, προφήτη και Πρόδρομε και βαπτιστή του Κυρίου μας Ιησού Χρίστου, πρέσβευε για μένα τον αμαρτωλό.
Άγιοι ένδοξοι θεοκήρυκες και πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι, Πέτρο, Παύλε, Ιωάννη Θεολόγε, μαζί με τους άλλους Ευαγγελιστές και Αποστόλους, πρεσβεύσατε για μένα τον αμαρτωλό.
Άγιοι και Δίκαιοι Θεοπάτορες Ιωακείμ και Άννα, μαζί με τον Ιωσήφ τον μνήστορα και τον θεοδόχο Συμεών, πρεσβεύ­σατε για μένα τον αμαρτωλό.
Άγιοι Προφήτες και κήρυκες της παρουσίας Χριστού του Θεού, πρεσβεύσατε για μένα τον αμαρτωλό.
Άγιοι Πατέρες, ποιμένες και διδάσκαλοι της Οικουμένης, Βασίλειε, Γρηγόριε, Ιωάννη Χρυσόστομε, Αθανάσιε, Κύριλλε, Νικόλαε, Σπυρίδων, και όλοι οι άγιοι Ιεράρχες, πρεσβεύσατε για μένα τον αμαρτωλό.
Άγιοι Ιερομάρτυρες, Οσιομάρτυρες και Ομολογητές, πρεσβεύσατε για μένα τον αμαρτωλό.
Άγιοι μεγαλομάρτυρες, Δημήτριε, Γεώργιε, Θεόδωρε, Αρτέμιε, Προκόπιε, οι Τεσσαράκοντα και όλοι οι άγιοι Μάρτυρες, πρεσβεύσατε για μένα τον αμαρτωλό.
Άγιοι Ανάργυροι και θαυματουργοί, Κοσμά και Δαμιανέ, Κύρε και Ιωάννη, μαζί με τον Παντελεήμονα και τον Ερμόλαο και όλους τους άλλους ΆγιουςΑναργύρους, πρεσβεύσατε για μένα τον αμαρτωλό.
Όσιοι θεοφόροι πατέρες, Αντώνιε, Παύλε, Ευθύμιε, Σάββα, Αρσένιε, Ονούφριε, Παχώμιε, Θεοδόσιε, Εφραίμ, Ιωάννη Δαμασκηνέ, Ιωάννη της Κλίμακος, Πέτρο, Αθανάσιε, και όλοι οι Όσιοι, πρεσβεύσατε για μένα τον αμαρτωλό.
Οσία Μαρία η Αιγύπτια και όλες οι τίμιες και Όσιες γυναίκες, οι καλές αθλήτριες και ασκήτριες, που ομολογήσατε το Χριστό με το βίο σας, πρεσβεύσατε για μένα τον αμαρτωλό.
Άγιοι Πάντες, που δουλέψατε πιστά το Κύριό μας, πρεσβεύσατε για μένα τον αναπολόγητο αμαρτωλό, που έχω ξεπεράσει σε αμαρτίες όλους τους αμαρτωλούς όλων των αιώνων. Άγιε Λουκά Ιατρέ πρέσβευε και μεσίτευε να βρω το δρόμο της αληθινής μετανοίας , και λύτρωσέ με από τα πάθη που βαραίνουν τη ψυχή μου.
Εισακούοντας όλων αυτών των Αγίων τις ικεσίες και δεχόμενος τις παρακλήσεις τους, Κύριέ μου Κύριε, γλυκύτατε Ιησού μου, συγχώρεσε μου όλες τις αμαρτίες που έκαμα από τη γέννησή μου ως αυτή την ημέρα και την ώρα, είτε με το νου και τη διάνοιά μου, είτε με όλες τις αισθήσεις μου. Σε παρακαλώ, επίσης, να σπλαχνιστείς και να συγχωρήσεις και τους γονείς και αδελφούς μου, καθώς και όλους τους Αρχιερείς και ιερείς, όπου κι αν βρίσκονται, τους Μοναχούς και ορθοδόξους Χριστιανούς, κ' εκείνους που με μισούν κ' εκείνους που με αγαπούν, εκείνους που μ' ελεούν κ' εκείνους που με διακονούν, καθώς κ' εκείνους που έχουν την ευθύνη να με προσέχουν και να με συμβουλεύουν εμένα την ανάξια, για όλους δώσε να προσεύχομαι. Καθώς και για κείνους που έβλαψα ή στενοχώρησα ή καταράστηκα, μα και για όσους μου κάνουν ή μου έκαμαν τα ίδια. Και χάρισε, Κύριε, όσα συμφέρουν στις ψυχές μας, και στον παρόντα αιώνα και εις τον μέλλοντα, όπως επιθυμεί η μεγάλη φιλευσπλαχνία σου. Ανάπαυσε και τις ψυχές των απελθόντων πατέρων και αδελφών μας, και, με τις ευχές όλων εκείνων, σπλαχνίσου και τη δική μου αθλιότητα. Και κάνε με τέτοιον που εσύ θέλεις και όπως θέλεις - είτε το θέλω είτε δεν το θέλω.
Και κάνε με άξια, Κύριε, ως να μην έχω ένοχες πράξεις και, δίχως να κατακριθώ, να μεταλάβω τ' άχραντα και ζωοποιά σου Μυστήρια, και να μη μου γίνει τούτο αιτία να κατακριθώ και να καταδικαστώ, στην περίπτωση που προσέρχομαι σ' αυτά ως ανάξια, αλλά δώσε η μετάληψη να γίνει για τη θεραπεία της ψυχής και του σώματος, και γι' απαλλαγή μου από τις αιώνιες τιμωρίες। Και δώσε, Κύριε, τούτο να γίνει αρραβώνας και πρόγευση της μακάριας και αιώνιας ζωής, στην οποία σε παρακαλώ να με εντάξεις κ' εμένα, μαζί με όλους εκείνους που σ' ευχαρίστησαν με το βίο τους, Κύριέ μου Κύριε, γλυκύτατε μου Ιησού. Διότι, σε σένα πρέπει η δόξα, η τιμή και η προσκύνηση, μαζί με τον άναρχό σου Πατέρα και το πανάγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους απέραντους αιώνες των αιώνων.


Κύριε Ιησού Χριστέ , ελέησε την άθλια ψυχή μου , και οδήγησέ με Στην Θεία Βηθλεέμ , να μπορέσω να σε συναντήσω εκεί , Βασιλιά και Λυτρωτή μου . Αμήν ."
 
Αναδημοσίευση: Οδεύοντας

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Αν δεν ήσουν Εσύ !

...

"Εσύ! Η πιο μεγάλη μας χαρά, η πρώτη χαρά του κόσμου όλου. Η πρώτη! Από τότε που σκοτείνιασε ο ήλιος στο τραγικό εκείνο δειλινό του προδομένου Παραδείσου. Από τότε που σκέπασε τον ουρανό και τις καρδιές το βαρύτατο σύννεφο της αμαρτίας, του κακού, του τερατόμορφου θανάτου.
Κι έπειτα ήρθαν εκείνοι οι ατέλειωτοι χειμώνες στις καρδιές και οι θρηνητικοί των παιδιών της Εύας στεναγμοί σ’ όλης της γης τα πλάτη.
Κι έπειτα… ήρθε η δική σου η ώρα.
Το σχέδιο μυστηριώδες και ασύλληπτο είχε ετοιμασθεί πριν ακόμη δημιουργηθεί ο κόσμος. Τι σχέδιο; Σχέδιο, όταν έρθει ο κατάλληλος καιρός, ο ίδιος ο Θεός, ο Δημιουργός των πάντων, να γίνει άνθρωπος, να έρθει ως άνθρωπος επάνω στη γη. Να έρθει γιατί; Όχι απλώς για να επισκεφθεί τη γη. Αλλά να έρθει ελευθερωτής του σκλαβωμένου πλάσματός του, να γίνει λυτρωτής του αποστατημένου κόσμου.
Κι αυτή ακριβώς ήταν η ώρα της νέας Εύας, αυτής της Κόρης της διαλεγμένης από την αγάπη του Θεού και προαιωνίως με σοφία προορισμένης να δώσει σάρκα και οστά στον άσαρκο, να γίνει η επίγεια Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού, Εκείνου ο Οποίος γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων ως Θεός αληθινός εκ μόνου του Θεού Πατρός και ο Οποίος επ’ εσχάτων των αιώνων θέλησε να γεννηθεί και ως άνθρωπος εκ μόνης της Μητρός, διά της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος, «ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού» (Ιω. γ΄ 17).
Ήρθε λοιπόν η ώρα της αυγής μετά τη νύχτα την ατελείωτη τόσων αιώνων σκοτεινών, τόσων και τόσων γενεών. Και η ευλογημένη Κόρη, τέκνο προσευχής των δικαίων Ιωακείμ και Άννης, βλέπει το φως του ηλίου στη διεφθαρμένη Ναζαρέτ.
Κι αυτοί οι άγιοι ευγνώμονες γονείς προσφέρουν τώρα στο Θεό το δώρο που Εκείνος τους χάρισε. Την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη την οδηγούν στο χώρο του Ναού. Χωρίς να ξέρουν και χωρίς ποτέ να μπορούν να φαντασθούν πως έτσι την βοηθούσαν να ετοιμασθεί γι’ αυτό που είχε εκλεγεί.
Και ετοιμάσθηκε. Χωρίς και η ίδια να γνωρίζει ή να μπορεί να φαντασθεί. Στράφηκε μόνο όλη με όλη της την ύπαρξη προς το Δημιουργό της. Σαν να ήταν φτιαγμένη, λένε οι άγιοι, ολόκληρη από ευγνωμοσύνη. Και σαν να γνώριζε ότι επρόκειτο να γίνει Μητέρα του Θεού. Ετοιμάστηκε τόσο τέλεια, ώστε κι αν ακόμη γνώριζε, λέει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, τίποτε παραπάνω δεν επρόκειτο να κάνει απ’ ό,τι έκανε. Τόσο τέλεια ήταν η ετοιμασία της. «Και νυμφών και ουρανός ήν αγνοούσα του ηλίου την εξ αυτής εσομένην ανατολήν». Ήταν στολισμένο νυφικό δωμάτιο χωρίς να περιμένει το Νυμφίο· ήταν ουρανός, παρόλο που δε γνώριζε ότι απ’ αυτήν επρόκειτο να ανατείλει ο ήλιος.
Αυτό το υπέρτατο θαύμα τής σε τέλειο βαθμό ετοιμασίας της Παναγίας μας εορτάζουμε κάθε χρόνο με την τόσο γλυκιά εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, γι’ αυτό και ψάλλουμε: «Σήμερον ο ναός ο έμψυχος του μεγάλου Βασιλέως εν Ναώ εισέρχεται αυτώ ετοιμασθήναι, εις θείαν κατοίκησιν. Λαοί, αγαλλιάσθε». Δηλαδή: Η Παναγία μας, που είναι ο ζωντανός ναός του μεγάλου Βασιλέως, του Θεού, σήμερα μπαίνει στο Ναό των Ιεροσολύμων, ώστε να ετοιμασθεί γι’ αυτόν το μεγάλο βασιλιά, να γίνει κατοικία του Θεού. Γι’ αυτόν λοιπόν το λόγο χαρείτε, λαοί, διότι αυτό θα φέρει τη σωτηρία σας.
Αυτή είναι η εορτή μας και αυτό είναι το θαύμα της ζωής της Παναγίας μας. Γι’ αυτό και είναι χρέος όλων μας όχι μόνο να την ευγνωμονούμε, αλλά και να αγωνιζόμαστε να ζήσουμε όπως Εκείνη έζησε. Διότι, αν δεν ήταν Εκείνη, εμείς θα ζούσαμε ακόμη στο σκοτάδι ορφανοί.
Αν δεν ήσουν Εσύ, Παναγία μας, ποια θα είχαμε Μάνα τέτοιας αγάπης εμείς; Ποια χαρά θα μπορούσε να νιώσει η καρδιά μας; Ποια αγκαλιά θα μας έκλεινε στοργική στις μεγάλες και κρίσιμες ώρες των πόνων; Και ποιο χέρι απαλό με γλυκύτατο χάδι θα σκούπιζε ανάλαφρο των ματιών μας το δάκρυ;
Αν δεν ήσουν Εσύ, Παναγία, αν δεν ήσουν Εσύ, η χαρά των αγγέλων, η γλυκιά χαρμονή, η στοργή και η ελπίδα και το φως στην ασέληνη νύχτα, στο πυκνότατο σκότος των πολλών πειρασμών της θλιμμένης ζωής μας…
Αν δεν ήσουν Εσύ, οδηγός των βημάτων μας, ασταθών και τρεμάμενων, οδηγός προς Εκείνον που είναι η ζωή και η μόνη ατελείωτη κι αιώνια χαρά μας, τον Υιό και Θεό σου…
Αν δεν ήσουν Εσύ…
Αλλά είσαι! Εσύ! Η γλυκιά μας Μητέρα.
Εσύ! Η χαρά μας.
Έλα πάλι, σκύψε με την τόση σου αγάπη και κάνε μας έτοιμους και πάρε μας τότε, στον καιρό της εξόδου μας, κράτησέ μας κοντά Σου, για να ‘μαστε πάντα μες στο φως και τη δόξα του δικού σου Υιού, του απείρου Θεού μας. "


Εικόνα : Αρχαία τοιχογραφία από την Παναγία Μακεδονίτισσα ,το καθημερινό μου καταφύγιο . Ας έχει όλους υπό την σκέπη και προστασία της .
 
Αναδημοσίευση: Οδευοντας

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Ζούμε από την γη αυτήν τον παράδεισον

Η λειτουργία είναι για μας σαν ένας αρραβώνας. Όπως φοράς το δαχτυλίδι του αρραβώνος και αυτό σημαίνει μίαν υπόσχεσι γάμου, έτσι ακριβώς η λειτουργία σημαίνει ότι συνδέομαι με τον Χριστόν, ο οποίος μου υπόσχεται ότι, αν μείνω πιστός, θα με βάλη οπωσδήποτε εις την βασιλείαν των ουρανών. Ζούμε από την γη αυτήν τον παράδεισον. Εδώ λοιπόν, αγαπητοί μου, συντελείται αυτή η τόσο μεγάλη αλήθεια.
Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
Αναδημοσίευση από: Αναστάσιος

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Βίος Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου

Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης εορτάζει στις 3 Οκτωβρίου και είναι ο πολιούχος Άγιος των Αθηνών.



Άρειος Πάγος
Όταν η Ελλάς κατελήφθη από τους Ρωμαίους, έγινε μια Ρωμαϊκή επαρχία με το όνομα Αχαΐα. Οι Ρωμαίοι σεβάστηκαν την ένδοξη, ιστορία της πόλεως της Αθήνας. Γι αυτό και της
διατήρησαν όλα τα προνόμια, μεταξύ των οποίων, το και κυριώτερο, τον Άρειον Πάγον.

Η Αρετή του Αρεοπαγίτου Διονυσίου
Ο Άγιος Διονύσιος καταγόταν από την Αθήνα. Από την μικρή του ηλικία επιδόθηκε, στα γράμματα και στην φιλοσοφία. Οι γονείς του ήταν από τούς άρχοντας της πόλεως των
Αθηνών. Για τα προσόντα του, του έδωκαν την Θέσιν ενός από τους εννέα βουλευτάς του ανωτάτου δικαστηρίου, του Αρείου Πάγου.
Ο Διονύσιος, αν και καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια, αν και ανατράφηκε μέσα σε ειδωλολατρικό περιβάλλον, εν τούτοις διεκρίνετο για τη σύνεση και τις αρετές του. Ήταν
ηθικότατος και ζούσε σαν χριστιανός και προτού γίνει χριστιανός. Διέφερε από τους Χριστιανούς μόνον, ως προς το πιστεύω, ενώ κατά τον τρόπον της ζωής και κατά τα έργα του,
έμοιαζε καταπληκτικά με τούς Χριστιανούς. Παρ' ότι ήταν ειδωλολάτρης, εν τούτοις έκαμνε αυτά, πού του έλεγε ο νόμος της συνειδήσεως, ο άγραφος αυτός νόμος του Θεού. Δίκαζε
πολύ δίκαια, και όλοι τον θαύμαζαν, για τη δικαιοσύνη του.

«Ή Θεός πάσχει ή το παν απόλλυται»
Όταν ο Άγιος Διονύσιος ήταν νέος, πήγε με άλλους συμπατριώτες του στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου, για ανώτερες μελέτες. Ήτανε τότε ακριβώς η εποχή, πού σταύρωσαν οι
θεομάχοι Εβραίοι τον Χριστό μας. Όταν όμως σκοτίσθηκε ο ήλιος την Μ. Παρασκευή το μεσημέρι και εγένετο σκότος εφ' όλην την γήν, είδε στην Ηλιούπολη ο Διονύσιος το
θαυμαστό κι υπερφυσικό σκοτισμό του ήλιου. Του έκαμε κατάπληξη το πρωτοφανές αυτό γεγονός, θαύμασε και είπε:
«Ή Θεός πάσχει ή τ ο πάν απόλλυται». Δηλαδή ή ο Θεός υποφέρει ή χάνεται το πάν. Τόσο δε πολύ του έκαμε εντύπωση το γεγονός αυτό, ώστε η ημερομηνία, κι η ώρα, πού
συνέβη τούτο, του έμειναν για πάντα ανεξάλειπτα στη μνήμη του. Γι αυτό ήθελε να μάθη κάποτε τη σημασία του σκοτισμού αυτού του ηλίου.
Μετά από τις επιτυχείς σπουδές του γύρισε πάλι στην Αθήνα. Εξακολούθησε το έργον του αρεοπαγίτου. Απένειμε το δίκαιο στον καθένα, πού τον αδικούσαν οι άλλοι.

Ο Απόστολος Παύλος στον Άρειο Πάγο
Ανέβηκε ο Απόστολος Παύλος στον Άρειο Πάγο να μιλήσει στους σοφούς Αθηναίους. Παίρνοντας αφορμή από τον βωμόν Αγνώστου Θεού, εβροντοφώνησε τον υπέροχον εκείνον
λόγον εις τον Άρειον Πάγον.
Ο λόγος αυτός είχε σαν αποτέλεσμα να πιστέψουν ο Διονύσιος ο Αεροπαγίτης, μία γυναίκα, πού την λέγανε Δάμαρι και μερικοί άλλοι.

Ο Διονύσιος ακολουθεί το Χριστό
Αυτός ανταποκρίθηκε ευχαρίστως στο κάλεσμα του Ουρανίου Πατρός. Με την διορατικότητα του, αμέσως διέκρινε την αλήθεια αυτών, πού κήρυττε ο Απόστολος Παύλος. Και χωρίς
πολλές περιστροφές και σκέψεις, πίστεψε στο Χριστό αμέσως.
Μετά απ’ αυτά φιλοξένησε τον Απόστολο στο σπίτι του. Εκεί είχε την ευκαιρία, ν' ακούσει με κάθε λεπτομέρεια τα περί, της Θείας Οικονομίας. Δηλαδή για την ενσάρκωση τού Υιού
του Θεού, για το Πάθος και την Ανάσταση Του. Μόλις όμως άκουσε για τον σκοτισμό του ηλίου, πού έγινε την ώρα της Σταυρώσεως, θυμήθηκε το γεγονός, του οποίου έγινε
αυτόπτης μάρτυς, στην Αίγυπτο. Τώρα πια δεν είχε καμιά αμφιβολία, ότι ο Χριστός, πού κήρυττε ο Παύλος ήταν ο Αληθινός Θεός. Από τότε, ο Διονύσιος δόθηκε πλέον
ολοκληρωτικά στο Χριστό και βαπτίσθηκε, με την οικογένειά του κατά το έτος 52 μ.Χ.
Και πολλοί άλλοι Αθηναίοι, βλέποντας τον Διονύσιο να απαρνείται τα είδωλα τα αρνήθηκαν και αυτοί και βαπτίσθηκαν.



Επίσκοπος Αθηνών
Έπειτα απ’ αυτά ο μέγας των Εθνών κήρυξ και Απόστολος Παύλος χειροτόνησε τον Άγιο Ιερόθεο πρώτον Επίσκοπο των Αθηνών. Αυτός με τη σειρά του δίδαξε περισσότερο τον
Διονύσιο, τον οποίον κι' άφησε διάδοχο του. Έτσι ο Άγιος Διονύσιος γίνεται επίσκοπος της ενδόξου πόλεως των Αθηνών. Ως επίσκοπος εργάσθηκε με όλες του τις δυνάμεις διά να
γνωρίζουν τα πλήθη την πίστ του Χριστού. Αφού έγινε Χριστιανός τα ενδιαφέροντά του στράφηκαν ολοκληρωτικά προς την ουράνια και θεία φιλοσοφία. Γι αυτό ο Άγιος έγραψε τα
πιο κάτω πολύτιμα συγγράμματα:
1. Περί ουρανίου Ιεραρχίας των υπερκοσμίων αγγέλων.
2. Περί εκκλησιαστικής Ιεραρχίας.
3. Περί Θείων ονομάτων.
4. Περί Καταφατικής κι Αποφατικής θεολογίας.

Συνάντησε τη Θεοτόκο
Ο Άγιος Διονύσιος είχε πολλή αγάπη προς τον Χριστό και όταν έμαθε, ότι ζούσε ακόμη η Αειπάρθενος Μητέρα Του, η Θεοτόκος, επήγε στα Ιεροσόλυμα να την επισκεφθεί. Μόλις
την είδε, είπε ότι το παρουσιαστικό της, τα χαρακτηριστικά της, η όλη εμφάνιση της μαρτυρούν, ότι είναι πράγματι Μητέρα Θεού. Εκεί έμεινε λίγες ημέρες, χάρηκε πολύ και
ωφελήθηκε μεγάλως από την Παναγίαν.
Εν συνεχεία επήγε σε διάφορες πόλεις και χώρες και κήρυξε το Ευαγγέλιο. Επέστρεψε όμως πάλιν εις την Αθήνα και εποίμαινε τους πιστούς.
Στα Ιεροσόλυμα ξαναβρέθηκε, όταν εκοιμήθη η Κυρία Θεοτόκος και εξεδήμησε προς τον Υιόν και τον Θεόν της. Τότε ηρπάγη και αυτός όπως οι Απόστολοι και άλλοι Ιεράρχαι, εν
νεφέλαις και αιθερίως μετέβη και παρέστη εις την κηδείαν της Παναγίας.
Εργαζόταν ακατάπαυστα στην Αθήνα να κατηχεί και διδάσκει τους Χριστιανούς. Έβαλε ως σκοπό του το ξερίζωμα. της ειδωλολατρίας.

Εγκαθίσταται στο Παρίσι
Κατ' αρχάς περιόδευσε σε πολλούς τόπους με τούς μαθητές του, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού. Στο τέλος εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, την πρωτεύουσα της
Γαλλίας, το Παρίσι τότε ήταν μικρή μεν πόλις, αλλά ωραία. Εκεί, λοιπόν, σε κάποιο μέρος του Παρισιού ο σοφός Διονύσιος έχτισε μια μικρή Εκκλησία. Εκεί ήταν το αποστολικό
του κέντρο οπού ιερουργούσε, κήρυττε και θαυματουργούσε.
Εκεί πολλοί ειδωλολάτρες αποστρέφονταν τα είδωλα και πρόστρεχαν και πίστευαν στον Χριστό. Εκεί κουράστηκε και δεινοπάθησε πολύ, διότι, ως γνωστόν, το έργον του
ευσυνείδητου διδασκάλου δεν ήταν απλό και εύκολο.



Μπροστά στον κριτή
Ο διάβολος, φυσικά, μισεί ανέκαθεν το καλό. Δεν μπορούσε, λοιπόν να υποφέρει την τόση ζημιά, πού πάθαινε από τον Αγ. Διονύσιο. Δεν μπορούσε να βλέπει απαθής τον Άγιο
Διονύσιο να παίρνει τούς ανθρώπους του και να τούς πηγαίνει στο Χριστό. Γι' αυτό και παρακίνησε μερικά όργανα του να τον καταγγείλουν στον Αυτοκράτορα Δομετιανό, πού
βασίλεψε το 82 μ.Χ., ότι δεν σέβεται τον Αυτοκράτορα, δεν προσκυνάει τούς θεούς και ότι κηρύττει ε να νεώτερον δικό του Θεό.
Τότε ο Δομετιανός έδωσε εντολή στον επίτροπο να συλλάβει τον Άγιο Διονύσιο. Έτσι και έγινε. Τότε ο κριτής προσπάθησε να αλλάξει τον Άγιο, αλλά ο Άγιος με ανδρεία του είπε
τα εξής:
«Ομολογουμένως πόση μεγάλη άγνοια έχετε να νομίζετε θεούς και να προσκυνάτε λιθάρια και ξύλα αναίσθητα! Πόσο πίσω είστε να λέτε, ότι υπήρξαν και υπάρχουν θεοί πόρνοι
και φιλήδονοι και φονείς. Είναι, ντροπή να λέτε ότι πιστεύετε για θεούς ψεύτικα ή αληθινά πρόσωπα γεμάτα βούρκο, κακία και αμαρτία, πρόσωπα πού έκαμαν τόσες αισχρότητες,
πού ντρέπομαι να τις πω, για να μη μολύνω τα χείλη μου.

Ο Αποκεφαλισμός
Όταν άκουσε αυτά τα λόγια ο Τύραννος έδωσε αμέσως εντολή να αποκεφαλίσουν τον Άγιο Διονύσιο και μαζί του να αποκεφαλίσουν τον Ρουστικό και τον Ελευθέριο.
Ήταν η 3η Οκτωβρίου του 96 μ.Χ. κατά. το τελευταίο έτος βασιλείας του Δομετιανού.

Βαδίζει με κομμένο το κεφάλι του!
Τότε όμως επακολούθησε ένα θαύμα σπουδαίο και παράδοξο. Μόλις αποκεφαλίσθηκε ο Αγ. Διονύσιος έσκυψε, σαν να ήτανε. ζωντανός, και πήρε στα χέρια του την αγία του
κεφαλή και περπάτησε περίπου δύο μίλια. Εκεί συνάντησε κάποια ενάρετη γυναίκα, Κατούλαν ονόματι. Σταμάτησε και την τοποθέτησε στα χέρια της, σαν θησαυρόν πολύτιμον.
Αισθάνθηκε μεγάλη χαρά η ευτυχισμένη εκείνη γυναίκα, για το θησαυρό, πού της παρέδωσε η Θεία Πρόνοια, κατά θείαν οικονομίαν. Επήγε μάλιστα και αγόρασε και τα άλλα δύο
λείψανα από τούς δήμιους. Ο τύραννος, βεβαίως, είχε διατάξει να μείνουν άταφα για να τα φάνε τα θηρία. Η ευγενής όμως Κάτουλα πήρε την νύκτα τούς φύλακας και τούς έκαμε
πλούσιο τραπέζι. Εκείνοι μέθυσαν και στο μεθύσι τους επάνω, αφού πήρανε και αρκετά χρήματα, της έδωσαν τα άγια λείψανα.
Η μακαρία Κάτουλα τα παρέλαβε, και τα ενταφίασε έξω των Παρισίων. Κατόπιν οι Χριστιανοί εκεί έκτισαν και ναό εις τιμήν των Αγίων αυτών, ο οποίος σώζεται, όπως λέγουν,
σήμερον.
Η χαριτόβρυτος κάρα του Αγ. Διονυσίου σώζεται εις την Ιερά Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Όρους Τήν αφιέρωσε με χρυσόβουλον βασιλικόν ο αυτοκράτωρ Αλέξιος Α΄ ο Κομνηνός.




Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ’.
Χρηστότητα ἐκδιδαχθείς, καὶ νήφων ἐν πᾶσιν, ἀγαθὴν συνείδησιν ἱεροπρεπῶς ἐνδυσάμενος, ἤντλησας ἐκ τοῦ Σκεύους τῆς ἐκλογῆς τὰ ἀπόῤῥητα,
καὶ τὴν πίστιν τηρήσας, τὸν ἴσον δρόμον τετέλεκας, Ἱερομάρτυς Διονύσιε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. α’. Τὸ συνάναρχον Λόγον.
Ἀγρευβεῖς τῷ τοῦ Παύλου Πάτερ κηρύγματι, ὑφηγητὴς ἀνεδείχθης τῶν ὑπὲρ νοῦν δωρεῶν, διαvoiα ὑψηλὴ καλλωπιζόμενος, τῶν γὰρ ἀΰλων οὐσιῶν,
τᾶς ἀρχὰς μυαταγωγεῖς, ὡς μύστης τῶν ἀπορρήτων, καὶ τῆς σοφίας ἐκφάντωρ, Ἱερομάρτυς Διονύσιε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Τῆς σαγήνης τόν Παύλου τό πανεύφημον θήραμα, τῆς τόν Πνεύματος αἴγλης τό χρυσαυγές φωταγώγημα. Θεολογίας τόν λαμπρόν ὑφηγήτορα, δί’ οὗ
τῶν ἄνω ἡ γνῶσις τοῖς γεηροῖς πρυτανεύεται,. Διονύσιον τόν μέγαν, τόν ἐν Ἀρείω Πάγω πρῶτον, τόν ὄντως Θεόν εὐσεβήσαντα, τῶν Ἀθηναίων ὁ δῆμος
πᾶς ὁμοφρόνως, δεῦτε σύν ποθῶ ἀνευφημήσωμεν. Αὐτόν γάρ Πολιοῦχον, ὁμού πλουτοῦμεν καί Πρόμαχον.

Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τῶν ἀρρήτων μυητὴν καὶ ὑφηγήτορα Καὶ τῶν ἀΰλων οὐσιῶν ἱεροφάντορα Ἀνυμνοῦμέν σε ἀξίως Ἱερομάρτυς. Ἀλλ’ ὡς πλήρης τῆς τοῦ Πνεύματος
ἐλλάμψεως Τῆς σῆς χάριτος μετάδος ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν Τῶν βοώντων σοι, χαίροις Πάτερ Διονύσιε.

Ἕτερον Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὰς οὐρανίους διαβὰς πύλας ἐv πνεύματι, μαθητευθεὶς τῷ ὑπὲρ τρεῖς οὐρανοὺς φθάσαντι, Ἀποστόλου Διονύσιε τῶν ἀῤῥήτωv, ἐπλουτίσθης πᾶσαν γνῶσιν
καὶ κατηύγασας, τοὺς ἐν σκότει ἀγνωσίας πρὶν καθεύδοντας, διὸ κράζομεν, Χαίροις Πάτερ παγκόσμιε.

Ὁ Οἶκος
Ἄγγελος ἐξ ἀνθρώπων ἀρεταῖς χρηματίσας, ὁ μέγας Διονύσιος πᾶσαν, ὡς ὑπόπτερος, ἐμυήθη τὸν νοῦν τὴν οὐράνιον γνῶσιν· διὸ ᾄσμασιν , ὡς Ἄγγελον
τιμήσωμεν, βοῶντες πρὸς αὐτὸν τοιαῦτα.

Χαῖρε, ὁ γνοὺς Χριστὸν διὰ Παύλου, χαῖρε, πολλοὺς πρὸς Χριστὸν ἐπιστρέψας.
Χαῖρε, πολυθέου σκηνῆς ὀλετήριον, χαῖρε, θεογνώστου βουλῆς σκοπευτήριον.
Χαῖρε, βίβλος θεοχάρακτος, μυστηρίων θησαυρέ, χαῖρε πίναξ θεομόρφωτε, καὶ διόπτρα οὐρανοῦ.
Χαῖρε, ὅτι τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου κατεῖδες, χαῖρε, ὅτι προθύμως δι' αὐτὸν σφαγιάζῃ.
Χαῖρε, πηγὴ βλυστάνουσα ἄφεσιν, χαῖρε, ῥανὶς κοιλαίνουσα ἄνοιαν.
Χαῖρε, ὁδὸς ἀπλανὴς σωτηρίας, χαῖρε, φραγμὸς ἀσεβῶν παροδίας.
Χαίροις, Πάτερ παγκόσμιε.

Μεγαλυνάριον
Τῶν ὑπερκοσμίων θεωριῶν, γεγονὼς ἐπόπτης καὶ ἐκφάντωρ θεοειδής, θεαρχικωτάτων, ἐλλάμψεων τὸ κάλλος, πανσόφως διαγράφεις, ὦ Διονύσιε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Πρῶτος Ἀθηναίων Ἀρχιερεύς, πρῶτος τε καὶ μάρτυς γεγονέναι ἀξιωθείς, ὑπὲρ ἡμῶν ἁπάντων ποιοῦ σὴν ἱκεσίαν Θεῷ, θερμαῖς λιταῖς σου, ὦ Διονύσιε.


Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Βίος Αγίου Ελευθερίου


agios_eleytherios
Ο Άγιος Ελευθέριος γεννήθηκε στην Ελλάδα και έζησε τον 2o αιώνα μ. Χ. Τότε αυτοκράτορας ήταν ο Κόμμοδος και ο Σεπτίνος Σεβήρος. Ορφανός από πατέρα, ανατράφηκε σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου από την ευσεβέστατη και φιλάνθρωπη μητέρα του, Ανθία (βλέπε ίδια ημέρα).
Διακαής πόθος της Ανθίας ήταν να επισκεφτεί τη Ρώμη, που τα χώματά της είχαν βαφτεί με το αίμα των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Κάποτε, λοιπόν, αποφάσισε και πήγε. Μαζί πήρε και το νεαρό γιό της Ελευθέριο. Ο επίσκοπος Ρώμης, όταν είδε τον Ελευθέριο εκτιμώντας την πολλή νοημοσύνη του, τη θερμή πίστη και το αγνό ήθος του, τον έλαβε υπό την προστασία του.
Μετά από λίγα χρόνια τον χειροτόνησε διάκονο και έπειτα ιερέα. Από τη θέση αυτή ο Ελευθέριος αγωνίστηκε με ζήλο για τη διδαχή του ποιμνίου του, και σε έργα φιλανθρωπίας.
Γι’ αυτό και το έτος 182 μ. Χ., με κοινή ψήφο κλήρου και λαού, ανήλθε στον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης. Η φήμη της αρετής του έφτασε μέχρι τη Βρεττανία.
Έτσι, ο βασιλιάς αυτής Λούκιος έγραψε επιστολή στον Ελευθέριο και του δήλωνε ότι αυτός και ο λαός του επιθυμούσαν να γίνουν χριστιανοί. Ο Ελευθέριος αμέσως ανταποκρίθηκε, στέλνοντας δύο εκπαιδευμένους στην πίστη άνδρες, που κατήχησαν και βάπτισαν χριστιανούς τον Λούκιο με το λαό του.
Όταν ο Σεπτίμιος Σεβήρος εξήγειρε διωγμό κατά των χριστιανών, ο Ελευθέριος τον έλεγξε θαρραλέα. Τότε διατάχθηκε ο μαρτυρικός θάνατός του, μαζί με τη μητέρα του Ανθία.
Έτσι ο Άγιος Ελευθέριος πέρασε «εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Προς Ρωμαίους, η' 21). Δηλαδή στην ελευθερία της ένδοξης κατάστασης των παιδιών του Θεού.
Η Σύναξή του τελείται στο μαρτύριο αυτού, πλησίον του Ξηρολόφου.
  
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Καὶ τρόπων μέτοχος, καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τὴν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν· διὰ τοῦτο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καὶ τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Ἐλευθέριε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἱερέων ποδήρει κατακοσμούμενος, καὶ αἱμάτων τοῖς ῥείθροις ἐπισταζόμενος, τῷ Δεσπότῃ σου Χριστῷ μάκαρ ἀνέδραμες, Ἐλευθέριε σοφέ, καθαιρέτα τοῦ Σατᾶν. Διὸ μὴ παύσῃ πρεσβεύων, ὑπὲρ τῶν πίστει τιμώντων, τὴν μακαρίαν σου ἄθλησιν.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς καλλονὴν τῶν ἱερέων Ὅσιε, καὶ προτροπὴν τῶν Ἀθλοφόρων ἅπαντες, εὐφημοῦμεν καὶ αἰτοῦμέν σε, Ἱερομάρτυς Ἐλευθέριε· Τοὺς πόθῳ σου τὴν μνὴμην ἑορτάζοντας, κινδύνων πολυτρόπων ἐλευθέρωσον, πρεσβεύων ἀπαύστως, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Ὁ Οἶκος
Ἔπιδε εὔσπλαγχνε Ζωοδότα, ὡς φιλάνθρωπος μόνος καὶ οἰκτίρμων Θεός, τὴν τῆς ψυχῆς μου σκοτόμαιναν, καὶ πανσθενεῖ δεξιᾷ σου Λόγε, τῶν παθῶν ἐλευθέρωσον τῆς αἰσχύνης, ὅπως τὸν σὸν Ἱεράρχην ὑμνήσω Ἐλευθέριον· αὐτὸς γὰρ ὄντως ἐκ μήτρας ἐγνωρίσθη σοι, καὶ καθηγίασται, καὶ ἀνετέθη σοι, ὡς Σαμουήλ, ἀπὸ μητρὸς ἱερᾶς σοι τῷ Κτίσαντι, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ἐλεύθερον τὸν νοῦν, ἐκ παθῶν κεκτημένος, ἐγένου τοῦ Θεοῦ, γνησιώτατος δοῦλος, καὶ πλάνης ἠλευθέρωσας, τοὺς καλῶς σοι ποθήσαντας, ἐναθλήσας δέ, ὡς ἱερεύς τε καὶ Μάρτυς, Ἐλευθέριε, διπλοῦν ἐδέξω τὸ στέφος, πρεσβεύων σωθῆναι ἡμᾶς.

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Οι πειρασμοί του Αγίου Νεκταρίου



Ποτέ δεν έλειψαν από τον κόσμο τοχριστιανικό. Πολύ περισσότερο λίκνισαν πάντοτε τους αφοσιωμένους στο Θεόανθρώπους, οι πειρασμοί. Ο Σατανάς δεν έχει άλλη δουλειά. Ο Άγιος Νεκτάριοςτους αντίκρισε στην πιο μεγάλη έντασή τους. Είναι ανεκδιήγητα τα εμπόδια, που οεχθρός κύλισε στο δρόμο του Αγίου. Και μέσα και έξω πειρασμοί.
Μα με ένα γλυκόχαμόγελο εκείνος πάντα τους υπεδέχετο. «Προσεύχεται για μένα ο Λυτρωτής μουΙησούς», έλεγε συχνά αυτές τις ώρες. Πολλές φορές τραβώντας τους κόμπους τουκομποσκοινιού του τον άκουα να σιγολέει : «Σίμων, Σίμων, ιδού ο Σατανάςεξητήσατο υμάς του συνιάσαι ως τον σίτον· εγώ δε εδεήθην περί σου ίνα μη εκλίπηη πίστις σου· και συ ποτε επιστρέψας στήριξον τους αδελφούς σου» (Λουκά ΚΒ’31-32). Έπειτα έριχνε το βλέμμα του επάνω μου και μου ’λεγε : «Διατί ναασχάλωμεν (γογγύζουμε) εις τους πειρασμούς μας ; Ο Κύριος μας ο ίδιοςπροσεύχεται δι’ ημάς. Ημείς ένα έχομε καθήκον, το να μη λησμονάμε την τελευταίαεντολή Του: «Συ ποτε επιστρέψας στήριξον τους αδελφούς σου». Ιδού το ιδικόν μαςκαθήκον. Ο Κύριος μάς σώζει από τους πειρασμούς· ημείς να βοηθήσουμε τουςαδελφούς μας, να μη κλονίζονται εις τους πειρασμούς.

Και απέδειξε, ότι αυτά δεν ήταν λόγια τηςστιγμής, αλλά ζωή του. Ήταν στην Αίγινα τότε κάποια γυναίκα ξένη και πουλούσεκεριά. Είχε έλθει από άλλο μέρος. Οι ευσεβείς γυναίκες της Αίγινας αγόραζαν τακεράκια της και με αυτά ζούσε. Μα, στ’ αλήθεια ήταν δαιμονισμένη. Είχε μιακόρη. Ήταν τότε ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, συνετό, φρόνιμο, καλό, θεοφοβούμενο,ως δέκα εξ χρόνων. Η «κερού», όπως έλεγαν στην Αίγινα τη μητέρα της, είχεκαταληφθεί από μανία καταδιώξεως προς το παιδί της. Της έλεγε, ότι έχει ερωμένουςκαι πολλές φορές είχε επιχειρήσει, να την σκοτώσει και με μαχαίρι και μεδηλητήρια. Το άμοιρο κορίτσι εύρισκε καταφύγιο στο Μοναστήρι του ΑγίουΝεκταρίου, ζητώντας προστασία από αυτόν. Εκείνος πάντα έδιδε την ευλογία του. Ηδαιμονισμένη «κερού» δεν μπορούσε, να το χωνέψει και άρχισε τις συκοφαντίες. Τοτρομερό είναι, ότι ήσαν τόσον πειστικά τα λόγια της – τη βοηθούσε δίχως άλλο οΣατανάς – ώστε έπειθε, ότι έχει δίκαιο και τον ποιο κριτικό και συνετό άνθρωπο.Ο Σεβασμιότατος Άγιος Νεκτάριος ανέφερε τότε το περιστατικό στον αείμνηστοΜητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο και ζήτησε οδηγίες. Εκείνος τον παρεκάλεσε, ναπροστατέψει την κοπέλα. Είχε τότε εκείνη φθάσει τα δέκα οκτώ της χρόνια. Ήταναλήθεια μια σεμνή, ενάρετος και ωραιότατη κοπέλα. Η «κερού» έβλεπε ότι δεν ημπορούσεπλέον, ούτε να τυραννήσει την κόρη της, ούτε και να φέρνουν αποτέλεσμα οισατανικές συκοφαντίες της. Ο Διάβολος τότε έβαλε στο μυαλό της το έξης σχέδιο.Πήγε στον Πειραιά και παρουσιάσθηκε στον ανακριτή και άρχισε με κλάματα, πουάφθονα της έδιδε ο Σατανάς, να διηγείται την τραγωδία της.
«Έχω μια κόρη ωραιότατη δέκα οκτώ χρόνων. Εγώξέρω η άμοιρη πως την μεγάλωσα, με τι στερήσεις, με τι βάσανα. Μα, τώρα μου τηνξεστράτισαν από τον ίσιο δρόμο. Είναι στην Αίγινα στο γυναικομονάστηρο έναςκαλόγερος, που τάχα ασκητεύει, μα έχει τις καλόγριες ερωμένες του και ρίχνει ταπαιδιά, που κάνουν, σ’ ένα πηγάδι. Αυτός ο κακούργος μου ξεμυάλισε το κορίτσιμου και το πήρε στο Μοναστήρι. Θα το καταστρέψει. Τρέξτε, σωστέ το παιδί μου…». Και ήταν ο λόγος της τόσο πειστικός και τα δάκρυα της και οι λυγμοί τηςτόσοι, που συγκίνησαν τον ανακριτή και τον έπεισαν ότι πράγματι έτσι είναι.Πήρε την κατάθεσή της και σηκώθηκε αμέσως. Την άλλη μέρα έφθασε στην Αίγινα καικτύπησε την πόρτα του Μοναστηρίου συνοδευόμενος από δύο χωροφύλακες. Σχεδόνπαραβίασε την πόρτα, καταπατήσας τους κανονισμούς του Μοναστηρίου και επήγεκατ’ ευθείαν στο διαμέρισμα του Αγίου. Οι καλόγριες αναστατώθηκαν και άρχισαννα κλαίνε «Κύριε, ελέησον». Ο Δεσπότης σηκώθηκε να τον υποδεχτεί με τοσυνηθισμένο χριστιανικό χαμόγελο του. Μα, ο ανακριτής αναμμένος από το θυμό,είπε απότομα στον Γέροντα – θα ήταν τότε έως εβδομήντα πέντε χρόνων. -Βρεκαλόγερε, που είναι το πηγάδι, που ρίχνεις τα μούλικα, που κάνεις με τιςκαλόγριες ;» Εκείνος κάθισε στην καρέκλα με το γλυκό χαμόγελο ζωγραφισμένο σταχείλη του. Λέξη πλέον δεν είπε. Ο Ανακριτής σκύλιαζε, απειλούσε, να τουξεριζώσει τα γένια, χειρονομούσε, εφώναζε. Ο Άγιος χαμογελούσε γλυκά, είχευψωμένα τα μάτια του στον ουρανό και προσευχόταν για το δυστυχή ανακριτή, πουτον είχε πλανήσει η «κερού». Ένας θρήνος απλώθηκε σ’ όλο το Μοναστήρι. Όταν οανακριτής έφυγε απειλώντας τα πάντα, οι αδελφές μαζεύτηκαν στο κελλί του Αγίου.Έκλαιαν. Μια από αυτές τόλμησε να μιλήσει. «Να τον καταγγείλουμε τον κακόνάνθρωπο, Σεβασμιότατε» είπε. Μα αμέσως ο Άγιος απήντησε. «Τόσον καιρό σαςδιδάσκω, να πιστεύετε, ότι ο Θεός, διευθύνει τα πάντα και χωρίς το θέλημα Τουτίποτε δεν γίνεται και σεις χάσατε την υπομονή σας ; Μη κλονίζεσθε. Δοξάσατετου Θεού το Όνομα πάντων ένεκεν». «Μα, σεις, Σεβασμιότατε – τόλμησαν ναπροσθέσουν μερικές – δεν έπρεπε να απολογηθείτε ;…» Ο Άγιος απάντησε ήρεμα :«Υπέρ εμαυτού ουκ απολογήσομαι. Προσευχηθείτε υπέρ του άνθρωπου αυτού. Και δι’αυτόν εσταυρώθη ο Κύριος». Σήκωσε τα βλέμματα του προς τον ουρανό και άρχισε ναπροσεύχεται και πάλι.
Το κορίτσι της «κερούς» κλήθηκε από τοδικαστήριο και εξετάστηκε από τον Νικόλαο Αλεξ. Πετσάλη, καθηγητή στοΠανεπιστήμιο Αθηνών της μαιευτικής και γυναικολογίας και βρέθηκε παρθένος. Στοαρχείο της Μονής της Αγίας Τριάδος σώζεται η γνωμάτευση του, με την οποίακαταρρίφθηκε η κατά του Αγίου συκοφαντία και ήταν αποστομωτική απάντηση σεόσους επιχείρησαν να κατηγορήσουν τον αγιότατο πατέρα της Εκκλησίας. Όπωςαφηγούνται παλαιότερες μοναχές ο ανακριτής που μίλησε με εκείνο το συκοφαντικόκαι ασεβή τρόπο αρρώστησε βαριά. Αισθανόμενος φοβερούς πόνους ζήτησε να τονμεταφέρουν στον Άγιο Νεκτάριο για να τον συγχωρήσει και να τον θεραπεύσει.Έπεσε στα πόδια του Αγίου και τον παρακαλούσε μαζί με τη σύζυγό του να τονελεήσει. Ο Άγιος ως ανεξίκακος και μακρόθυμος τον συγχώρησε και παρεκάλεσε τονΘεόν για τη θεραπεία του.
 
Πηγή: Ο Άγιος Νεκτάριος Κεφαλάς, ΜητροπολίτηςΠενταπόλεως (1846-1920), Επιμέλεια Αρχιμανδρίτου Τίτου Ματθαιάκη, Αθήναι 1955).

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Ο άγιος Σπυρίδων ο θαυματουργός

Ο άγιος Σπυρίδων ο θαυματουργός
Το καύχημα των ορθοδόξων

(12 Δεκεμβρίου)


Προσωπικότητα φωτεινή, μορφή οδηγητική, αληθινός κολοσσός αρετής και φυσιογνωμία παγκόσμια είναι της Τριμυθούντος ο επίσκοπος, ο άγιος Σπυρίδων. Η εξηγιασμένη ζωή του πολλά μπορεί να δώσει και να διδάξει και σήμερα στον καθένα, που απροκατάληπτα θα θελήσει να σκύψει και να μελετήσει τη θαυμαστή ζωή του.

Γι' αυτόν κι οι γραμμές που ακολουθούν.

Ανήκει στην ιερή φάλαγγα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων.
Γεννήθηκε το 270 μ.Χ. κι έζησε στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου (306-337) και του γιου του Κωνστάντιου (337-361).
Γενέθλια πατρίδα του ο άγιος Σπυρίδων είχε όχι την Τριμυθούντα της Κύπρου, όπως γράφουν πολλοί και που σήμερα είναι ένα μικρό χωριό με το όνομα Τρεμετουσιά, αλλά τη γειτονική της κωμόπολη Άσσια.
Αυτό μας λέγει ο άγιος Τριφύλλιος, πρώτος επίσκοπος της Λευκωσίας και μαθητής του αγίου Σπυρίδωνος. «Ούτος ούν ο Άγιος Σπυρίδων αγροίκος μεν ην ειπείν κατά την ανατροφήν, εν χωρίω Ασκία καλουμένω γεννηθείς εις την Κυπρίων επαρχίαν». Το χωριό Ασκία (πιο σωστά Άσκια) είναι η γνωστή κωμόπολη της Άσσιας, που είναι κοντά στην Τριμυθούντα. «Αγροίκος» σημαίνει άνθρωπος απλοϊκός, άνθρωπος που δεν σπούδασε, δεν έμαθε να γράφει και να διαβάζει καλά.
Άνθρωπος, όπως λέμε εμείς σήμερα του βουνού και του κάμπου. Άνθρωπος της υπαίθρου, Και τέτοιος πραγματικά ήταν ο άγιος μας. Τέτοιοι ήσαν και οι γονείς του. Άνθρωποι αγρότες, φτωχοί, αλλά πολύ ενάρετοι και πιστοί. Γι' αυτό και το παιδί τους το ανέθρεψαν με προσοχή και φόβο θεού. Το ανέθρεψαν, όπως λέγει κι ο θείος Παύλος για τον μαθητή του Τιμόθεο, ότι τον ανέθρεψε η γιαγιά του Λωΐδα κι η μητέρα του Ευνίκη «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».

Μόρφωση και ζωή

Γράμματα ο άγιος δεν έμαθε πολλά. Ούτε φοίτησε σε ανώτερες Σχολές, όπως οι άλλοι μεγάλοι ιεράρχες της Εκκλησίας. Η Αγία Γραφή όμως, το βιβλίο του θεού, ήταν ο καθημερινός κι αχώριστος σύντροφος του. Όπου πήγαινε, μαζί του την έπαιρνε. Μαζί του στο σπίτι. Μαζί του κι όταν οδηγούσε τα πρόβατα στη βοσκή, γιατί ήταν βοσκός. Μέσα στο σακκίδιό του, τη γνωστή κυπριακή βούρκα στην οποία είχε βαλμένο το λιτό του γεύμα, είχε και το Ευαγγέλιο του. Πόσο συγκινητική, μα κι άξιομίμητη αλήθεια ήταν τούτη η συνήθεια του! Να την εξάρουμε; Μιλάει μόνη της. Τούτο προσθέτουμε:

Εκεί στον κάμπο τον πλατύ, όταν τα πρόβατα βοσκάνε, ο Σπυρίδων καθισμένος κάτω από τον ίσκιο κάποιου δένδρου ή πάνω σε κάποιο ψήλωμα μελετούσε μ' ευφροσύνη τα λόγια του Θεού και σαν τον Δαβίδ έψαλλε και δοξολογούσε τα μεγαλεία του. Πολλές φορές ακόμη καλούσε κοντά του τους άλλους βοσκούς και με στοργή κι αγάπη παραδειγματική τους δίδασκε του Θεού τον νόμο, κι αγωνιζόταν ώρες να οδηγήσει τις ψυχές τους στα χλοερά λιβάδια της χριστιανικής πίστης.

Από τα πρώτα του βήματα το λουλούδι αυτό του Ουρανού και όργανο του Αγίου Πνεύματος φρόντιζε να σκορπίσει παντού της Ορθοδοξίας τα αρώματα. Κάθε μέρα που περνούσε, ο ζήλος του για τη σωτηρία των γύρω του, μα κι η αγάπη κι η ταπείνωση του τον ανέβαζε και σε ψηλότερες βαθμίδες αρετής και ηθικής τελειώσεως. Και γινόταν για τις δύσκολες ήμερες της εποχής του, εποχής σκληρών διωγμών και ειδωλολατρίας, πρότυπο θάρρους και χριστιανικής ομολογίας. Στόν διωγμό, που εξαπέλυσε ενάντια στους χριστιανούς ο Μαξιμίνος (308-313) συνελήφθη κι ο ιερός Σπυρίδων. Ο φλογερός κι υπέρμαχος της χριστιανικής αλήθειας του Θεού επίσκοπος δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Τα βασανιστήρια πολλά. Σ' ένα απ' αυτά όπως μας λέγει κάποιος συναξαριστής, είχε εξαρθρωθεί και το πόδι του κι είχε βλαβεί και το ένα του μάτι.

Τους παλμούς της καρδιάς του και την αγάπη του όμως στον Χριστό τίποτα δεν μπόρεσε να μειώσει. Μια ευφροσύνη πλημμύριζε ολόκληρο το είναι του, σαν σκεφτόταν ότι έπασχε για την πίστη του στον Σωτήρα Χριστό. «Ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς». (Ρωμ. η', 18), έλεγε κι επαναλάμβανε από μέσα του, σαν δεχόταν τα ραπίσματα και τους άλλους εξευτελισμούς.

Ο άγιος δημιουργεί οικογένεια

Μα και στις ημέρες της ευτυχίας και της οικογενειακής θαλπωρής που απολάμβανε μετά την απελευθέρωση του, που έγινε πιθανόν ύστερα από την κυκλοφορία του διατάγματος των Μεδιολάνων, η φλόγα της πίστεως Του στον Χριστό έμεινε αμείωτη κι η αγάπη του πάντα υποδειγματική.

Είπα στις ήμερες της οικογενειακής θαλπωρής, γιατί νέος ο άγιος μας, κατόπιν πιέσεως των γονιών του δημιούργησε οικογένεια. Δυστυχώς όμως πολύ νωρίς έχασε την προσφιλή του σύντροφο. Την κάλεσε ο Κύριος κοντά του. Έτσι ο Σπυρίδων έμεινε μόνος με συντροφιά τη χαριτωμένη κόρη του, την Ειρήνη του. Ο πόνος υπήρξε μεγάλος. Όμως, ποτέ δεν παραπονέθηκε. Τα λόγια του πολύαθλου Ιώβ ήταν πάντα στο στόμα του. «Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλατο. Ως τω Κυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας» (Ιώβ α', 21). Παρηγοριά στή θλίψη του βρήκε πάλι στά λόγια του Θεού. Γιατί μόνο τα λόγια του Θεού τις στιγμές αυτές είναι ικανά να ξεκουράσουν ψυχικά τον άνθρωπο και να τον οδηγήσουν στη σωτηρία.

Η πανθομολογούμενη από όλους ευσέβεια κι αρετή του κατέστησε τον άγιο σεβαστό κι αγαπητό, όχι μονάχα στην πόλη του, μα και στα γύρω χωριά. Σ' αυτόν έβρισκαν καταφύγιο οι δυστυχισμένοι. Αυτόν είχαν προστάτη οι πονεμένοι. Αυτόν έβλεπαν πατέρα τα ορφανά. Σε κάθε ανάγκη σ' αυτόν κατέφευγαν όλοι, γιατί στό πρόσωπο του ήταν βέβαιοι πώς θα βρίσκανε αυτό που ήθελαν, αυτό που ποθούσαν. Την παρηγοριά και την ανακούφιση.

Ο Σπυρίδων ποιμένας ψυχών

Έτσι, όταν κάποτε πέθανε ο ιερέας του τόπου εκείνου, μικροί και μεγάλοι μ' ένα στόμα τον Σπυρίδωνα κάλεσαν και τον έπεισαν να χειροτονηθεί ποιμένας των ψυχών τους. Αργότερα κλήρος και λαός με τις παρακλήσεις τους πάλι ανέδειξαν τον άγιο πρώτο επίσκοπο της Τριμυθούντος. Και τη θέση αυτή τίμησε και δόξασε όσο κανένας άλλος ο απλοϊκός βοσκός. Την τίμησε και την δόξασε, γιατί ήταν ο πράος και ταπεινός. Τα λόγια του θείου Διδασκάλου «μάθετε απ' εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ία' 29) ήταν γι' αυτόν σύνθημα ζωής, ήταν καθημερινό βίωμα.

Ο Σπυρίδων ήταν ακόμη η προσωποποίηση της αγάπης και καλωσύνης. Η πόρτα του σπιτιού του ήταν πάντα ανοιχτή για κάθε ξένο και περαστικό, και για κάθε οδοιπόρο. Τα λόγια του θείου Παύλου «την φιλοξενίαν διώκετε» ήταν γι' αυτόν τρόπος ζωής. Ο άγιος αγαπούσε τον κάθε άνθρωπο. Όποιος ερχόταν σπίτι του έπρεπε να καθήσει να ξεκουρασθεί, να διανυκτερεύσει, να φάει και να πιεί. Πολλές φορές ο ίδιος ο επίσκοπος μιμούμενος τον Κύριο έφερνε νερό και έπλενε με αγάπη τα πόδια των κουρασμένων στρατοκόπων για να τους ξεκουράσει. Σέ όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του ο ταπεινός και πράος εκπρόσωπος της νέας πίστεως ήταν ο γνήσιος ακόλουθος Εκείνου, που ήταν και είναι «η οδός και η αλήθεια και η ζωή». Η αγιότητα του υπήρξε θαυμαστή. Γι' αυτό κι ο Πανάγαθος Θεός πλούσια τον αντάμειψε από τον καιρό που ήταν ακόμη στη ζωή. Άπειρα είναι τα θαύματα που έκαμε με τη βοήθεια του Χριστού. Θαύματα μεγάλα, αναμφισβήτητα, συγκινητικά. Δίκαια η Εκκλησία του έδωκε την προσωνυμία του θαυματουργού. Μερικά από τα θαύματα θα αναφερθούν κι εδώ. Αξίζει να δούμε και να γνωρίσουμε όλοι οι χριστιανοί, πόσο χαριτώνει ο Κύριος εκείνους, που με σταθερότητα κι ειλικρίνεια αληθινή του δίδουν την καρδιά τους.

Θαύματα

1. Κάποτε η Κύπρος υπέφερε από ανομβρία. Πείνα μεγάλη κι αρρώστιες πολλές μάστιζαν κυριολεκτικά τον δυστυχισμένο τόπο. Πολλοί πέθαιναν κάθε μέρα. Η κατάσταση ήταν τραγική. Ένας Ηλίας ή κάποιος άλλος όμοιος του χρειαζόταν τις στιγμές εκείνες, για να ανοίξει τους καταρράκτες του ουρανού. Και σαν τέτοιος βρέθηκε ο άγιος μας. Ο πόνος του λαού του τον έσπρωξε σε θαθιά και κατανυκτική προσευχή. Το αποτέλεσμα υπήρξε άμεσο. Βροχές πολλές κι ευεργετικές άρχισαν να πέφτουν σ' όλο τον τόπο. Κι όταν αυτές συνεχιζόντουσαν με κίνδυνο το κακό να γίνει μεγαλύτερο παρά την ανομβρία, τότε και πάλι οι προσευχές του αγίου τις σταμάτησαν. Το πονεμένο νησί ανέπνευσε. Γεννήματα όλων των ειδών πλημμύρισαν τους κάμπους. Κι οι άνθρωποι δόξασαν τον Μεγάλο Πατέρα, που τόσο γρήγορα και με τόση σπουδή τους λύτρωσε από τα δεινά.


Ιδιαίτερα η αγάπη του αγίου εκδηλωνόταν για τους πτωχούς και τους δυστυχισμένους. Σ' αυτούς ήταν αδύνατο ο φιλάνθρωπος επίσκοπος να αρνηθεί τη βοήθεια και την προστασία του.

2. Κάποτε πάλι μεγάλη ακαρπία και δυστυχία κτύπησε το πολύπαθο νησί. Οι πλούσιοι κι όσοι είχαν γεννήματα στις αποθήκες έτριβαν τα χέρια από χαρά. Ευκαιρία έλεγαν να αυξήσουμε τα πλούτη μας. Ένας φτωχός με πολυμελή οικογένεια κατέφυγε σ' ένα τέτοιο πλούσιο και με δάκρυα τον παρακαλούσε να του δανείσει ολίγο σιτάρι για να θρέψει την οικογένεια του και να του το επιστρέψει ή να του το πληρώσει μόλις μπορέσει. Ο σκληρός πλούσιος στα δάκρυα και τις παρακλήσεις του πτωχού έμεινε ασυγκίνητος. Καμιά συμπάθεια, καμιά συμπόνια δεν έδειξε η πέτρινη καρδιά του. Συντετριμμένος ο φτωχός σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο σπίτι του αγίου. Με πόνο ψυχής του ανέφερε το πρόβλημα του και του διηγήθηκε τη στάση του πλουσίου απέναντι του. Ο άγιος, αφού τον ήκουσε, τον ενίσχυσε και του είπε να κάνει υπομονή μέχρι την επομένη ήμερα. «Αύριο, του είπε προφητικά, αυτός που αρνήθηκε προ ολίγου να σε βοηθήσει, θα σε παρακαλεί ο ίδιος να σου δώσει όσο σιτάρι θέλεις. Και το σπίτι σου θα γεμίσει από γεννήματα».

Με τούτα τα λόγια του προανήγγελλε ο άγιος αυτά, που θα γινόντουσαν τη νύκτα. Τα μεσάνυκτα βροχή καταρρακτώδης άρχισε να πέφτει σε όλη την περιοχή. Οι αποθήκες του πλουσίου γκρεμίστηκαν και τα γεννήματα του πλημμύρισαν τους δρόμους. Κλαίοντας ο πλούσιος έτρεχε και παρακαλούσε τους πτωχούς να πάρουν όσα θέλουν.

— «Πάρτε, αδελφοί μου, τους έλεγε. Πάρτε να περάσετε. Δεν θέλω χρήματα».
Τα λόγια του αγίου επαλήθευσαν. Οι πτωχοί πήραν και δόξασαν τον Θεό για την ευσπλαγχνία του. Πήρε κι ο πτωχός μας και ευχαρίστησε κι αυτός τον Μεγάλο Πατέρα που κανένα δεν εγκαταλείπει, αλλά για όλους μεριμνά. Η χαρά ξαναγύρισε στις πονεμένες καρδιές. Οι μορφές άλλαξαν. Μόνον των πλουσίων η καρδιά έμεινε η ίδια' σκληρή και ανάλγητη. Και να.

3. Μια μέρα, ένας άλλος πτωχός με πολυμελή οικογένεια κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. Πλησίασε τον άγιο και με δάκρυα του ζήτησε ένα δάνειο. Το ήθελε για να πληρώσει κάποιο χρέος του σ' ένα πλούσιο, που απειλούσε να του πωλήσει το σπίτι του. Πού να βρει όμως ο άγιος ένα τόσο μεγάλο ποσό; Στόν πόνο που του δημιουργούσαν τα πικρά δάκρυα του πτωχού, που από τη θλίψη σπάραζε, ο στοργικός επίσκοπος καταστενοχωρημένος άρχισε να βηματίζει. Ξάφνου εκεί μπροστά του πήρε το μάτι του ένα φίδι να σέρνεται μέσα στην πρασινάδα. Σάν αστραπή πέρασε από τον νου του το ραβδί του Ααρών, που στο παλάτι του Φαραώ τ' αφήκε να πέσει στη γη κι έγινε φίδι. «Άς ήταν, Κύριε, το φίδι αυτό να γινόταν χρυσάφι για τον πτωχό αυτόν οικογενειάρχη, είπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Άς γινόταν χρυσάφι, για να βοηθηθεί το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα σου», ξανάπε και σήκωσε το χέρι. Το φίδι σταμάτησε. Κι ο άγιος έσκυψε και το πήρε. Στό χέρι του το σιχαμερό ερπετό μεταμορφώθηκε κι άστραψε τώρα χρυσαφένιο.

- Πάρτο, παιδί μου, είπε ο άγιος με καλωσύνη. Πάρτο να κάμεις τη δουλειά σου.
Κι ο πτωχός γεμάτος χαρά πήρε το χρυσάφι κι έτρεξε και το 'δωκε ενέχυρο στον πλούσιο δανειστή. Όταν αργότερα με τη βοήθεια του Θεού πλήρωσε το χρέος του, ο δανειστής του επέστρεψε το χρυσαφένιο ενέχυρο. Κι ο πτωχός το πήρε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης το γύρισε στον άγιο. Αυτός, αφού το έλαβε στα χέρια, έστρεψε τα μάτια στον ουρανό, δόξασε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του κι ύστερα το έρριξε στη γη. Και ώ του θαύματος! Το χρυσάφι έγινε και πάλι φίδι κι έφυγε από μπροστά τους.

4. Την απέραντη αγάπη του αγίου για τα λογικά του πρόβατα και το ενδιαφέρον του γι' αυτά, μας την δείχνει και τούτο το γεγονός.

Κάποτε ένας καλός κι ενάρετος χριστιανός, που ήταν και στενός φίλος του αγίου, συκοφαντήθηκε από μερικούς κακούς ανθρώπους, που τον φθονούσαν, στον άρχοντα της πόλεως. Η συκοφαντία ήταν βαριά. Κι ο άρχοντας, μόλις την άκουσε έσπευσε να επιβάλει στον άνθρωπο σαν τιμωρία τον θάνατο. Η είδηση έφτασε και στ' αυτιά του αγίου, που ήξερε ότι ο άνθρωπος ήταν αθώος. Τί κάμνει; Χωρίς να χάσει καιρό, ξεκινά να πάει να βρει τον φίλο του και να δει, αν μπορεί να τον ελευθερώσει. Ήταν, όμως, χειμώνας. Μια δυνατή βροχή, που είχε πέσει πριν λίγη ώρα έκαμε να ξεχειλίσει ένας χείμαρρος, που βρισκόταν στη μέση του δρόμου. Από κανένα μέρος δεν υπήρχε πέρασμα. Τα θολά νερά του ποταμού κυλιόνταν με πολλή ορμή. Ο άγιος, που ήξερε να τα αναθέτει όλα στον Θεό, δεν τα 'χασέ. Εκεί που στεκόταν και συλλογιζόταν τί να κάμει, ήρθε στον νου του η περίπτωση του Ιησού του Ναυή, όταν πέρασε κι αυτός τον Ιορδάνη με την Κιβωτό της Διαθήκης και τον λαό. Σήκωσε στη στιγμή τα χέρια, ψιθύρισε μια θερμή προσευχή κι ύστερα με φωνή δυνατή φώναξε κι είπε:

— Ποτάμι στάσου. Ο Δεσπότης Χριστός με καλεί να πάω να γλυτώσω τον φίλο μου. Στάσου, λοιπόν, να περάσω.

Την ίδια ώρα τα ορμητικά νερά του χείμαρρου, που λες και κτυπούσαν σ' ένα στέρεο βράχο, σταμάτησαν. Έπαψαν να κυλούνε. Οι φυσικοί νόμοι παραμέρισαν, Κι ένας δρόμος άνοιξε μπροστά τους. Τα πλήθη, που στεκόντουσαν εκεί και με αγωνία περίμεναν πότε να καλμάρουν τα νερά, για να περάσουν κι αυτοί στην άλλη μεριά, μπροστά στα όσα έβλεπαν, συγκλονίστηκαν. Έκαμαν τον σταυρό τους κι ακολούθησαν τον άγιο, που προχώρησε και πέρασε πρώτος. Όταν έφθασαν στην πόλη, διηγήθηκαν με ενθουσιασμό τα όσα είδαν. Όσοι τ' άκουσαν έμειναν κατάπληκτοι και δοξολογούσαν τον Θεό, που χαρίτωσε τόσο πλούσια τον άγιο τους. Την είδηση έμαθε κι ο άρχοντας. Μεγάλη έκπληξη δοκίμασε κι αυτός. Κι όταν ο άγιος τον πλησίασε, έσπευσε με συγκίνηση και χαρά ν' αφήσει ελεύθερο τον θανατοποινίτη φίλο του και μαζί γύρισαν στήν πόλη. Τι ωραία αλήθεια, αν όλοι οι πνευματικοί ποιμένες δείχνανε παρόμοιο ενδιαφέρον για τα λογικά πρόβατα τους! Πόσο διαφορετικός, οπωσδήποτε θα 'ταν ο κόσμος!
Ο άγιος πήρε από τον Θεό και το χάρισμα να διαβάζει τις μυστικές σκέψεις των ανθρώπων. Τα ακόλουθα δύο περιστατικά είναι αρκετά να βεβαιώσουν και τούτη την αλήθεια.

Κάποτε ο άγιος, συνοδευόμενος από τον φίλο και μαθητή του Τριφύλλιο, τον πρώτο επίσκοπο της Λευκωσίας (τότε Λήδρας), ξεκίνησαν για την Κερύνεια. Πήγαιναν εκεί για κάποια εργασία. Ο δρόμος περνούσε από την Κυθρέα. Ήταν άνοιξη κι η φύση γύρω μια αληθινή ζωγραφιά. Τα δένδρα ανθισμένα. Τα πουλιά χαρούμενα κελαηδούσαν γλυκά και πετούσαν από κλαδί σε κλαδί. Στό βουνό τα κοπάδια βοσκούσαν λαίμαργα το πλούσιο χορτάρι με τα μύρια λουλουδάκια, που με την ευωδιά που σκορπούσαν λες και δοξολογούσαν κι αυτό τον Δημιουργό. Εκεί που βάδιζαν αργά-άργά, γιατί ήταν ανηφορικό το μονοπάτι, σε κάποια καμπή ο Τριφύλλιος στάθηκε και θαυμάζοντας τον πανοραμικό κάμπο, που απλωνόταν καταπράσινος κάτω από τα πόδια τους, άρχισε να κάμνει κάποιες σκέψεις:

Τι ωραία, σκεφτόταν νοερά, να είχα για την επισκοπή μου μερικά από αυτά τα κτήματα, που βρίσκονται σ' αυτόν τον τόπο. Θα μου 'διναν ένα καλό εισόδημα για να αντιμετωπίζω τόσες ανάγκες.

-Τί σκέπτεσαι, αδελφέ μου; του είπε ο Σπυρίδων. Γιατί αφήνεις το μυαλό σου τούτη την ώρα να ασχολείται με τόσο μάταια πράγματα;

- Γέροντα μου, μα διάβασες τις σκέψεις μου;

- Αδελφέ μου, «ου γαρ εχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλου σαν επιζητούμεν» (Εβρ. ιγ', 14). Δεν έχουμε εδώ στη γη μόνιμη και διαρκή πατρίδα και πόλη• με πόθο βαθύ ποθούμε και ζητούμε τη μέλλουσα, την ουράνια Ιερουσαλήμ. Μάταια είναι όλα τα γήινα αγαθά. Στήν καρδιά σου φρόντισε να έχεις πάντα ένα πόθο. Την απόκτηση των ουρανίων, των αιωνίων αγαθών. Τα γήινα αγαθά είναι όλα προσωρινά και απατηλά. Σήμερα είναι δικά μας. Αύριο θα γίνουν κτήμα κάποιου άλλου. Και ουδέποτε τίνος.

— Πατέρα μου, συγχώρησε με. Νικήθηκα από τη θεωρία. Δεήσου κι εσύ του Κυρίου μας να με συγχωρήσει.

- Ναι, τέκνον μου, πρόσεχε. Ο διάβολος χρησιμοποιεί και τα πιο αθώα πράγματα, για να μας παρασύρει και να μας σκανδαλίζει. Αντί με τη θεωρία να αφήνει το μυαλό μας να στρέφεται και να δοξάζει τον Δημιουργό, που όλα τα έκαμε για τη δική μας αγάπη και ευτυχία, αντίθετα το σπρώχνει να ποθεί τα μάταια και να ζητά τρόπους, για να τα αποκτήσει, να τα κάμει κτήμα του.

Πόση σοφία στα λόγια του θεοφώτιστου επισκόπου. Αντί ο άνθρωπος μπροστά στά τόσα μεγαλεία του Παντοδύναμου Δημιουργού να αφήνει τη σκέψη του με ευγνώμονα διάθεση να υμνεί και να δοξάζει τον Ποιητή και Πλάστη Του, αυτός ένα μόνο κατά κανόνα σκέπτεται και ποθεί, την απόκτηση κι απόλαυση όλων αυτών των επίγειων αγαθών.

5. Κάποια άλλη φορά ο επίσκοπος, ύστερα από μακρινή οδοιπορία για διδαχή του λαού του μπήκε κουρασμένος στο σπίτι ενός από τους πιστούς του, για να ξεκουραστεί. Στό άκουσμα της είδησης κόσμος πολύς από τα γειτονικά σπίτια στην αρχή κι έπειτα από όλη την κοινότητα έτρεξαν να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του. Ανάμεσα στα πλήθη ήταν και μια αμαρτωλή γυναίκα, που ήρθε κι αυτή να δεί τον άγιο. Κάποια στιγμή μάλιστα έπεσε και κάτω, για να ασπασθεί τα πόδια του. Με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος ο άγιος, σαν την κοίταξε, γνώρισε αμέσως την αμαρτία της. Χωρίς να τον ακούσει κανένας, με τρόπο γλυκύ και ταπεινό, ψιθύρισε στη γυναίκα:

-«Κυρά μου, μη με εγγίσεις». Εκείνη όμως επέμενε. Και τότε ο άγιος με αυστηρότητα φανέρωσε μπροστά σε όλους την αμαρτία της. Η γυναίκα θαύμασε και με συντριβή καρδιάς έσκυψε κι άρχισε με δάκρυα να ζητά το έλεος του Θεού. Μπροστά στη μετάνοια της ο στοργικός πατέρας της είπε με συγκίνηση τα λόγια εκείνα, που κάποτε ο ίδιος ο Κύριος απηύθυνε σε μια τέτοια αμαρτωλή: «Θάρσει, θύγατερ. αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι». Πήγαινε στο καλό και πρόσεχε μελλοντικά. Με τον τρόπο του ο άγιος βοήθησε την αμαρτωλή εκείνη γυναίκα να μετανοήσει. Αλλά κι έδωκε ένα μάθημα σε όλους. Μόνο η μετάνοια η ειλικρινής ξεπλένει την ψυχή και αποκαθιστά τον άνθρωπο στη θέση την τιμητική, να είναι παιδί του Θεού.

6. Ο άγιος κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή συνήθιζε να νηστεύει απόλυτα. Δεν έτρωγε τίποτα, ούτε αυτός ούτε κι η κόρη του. Κάποια βραδυά, σε περίοδο νηστείας, ένας άγνωστος οδοιπόρος κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. Ο άγιος έσπευσε με προθυμία να του ανοίξει και να τον υποδεχθεί. Του πρόσφερε νερό να ξεπλυθεί και πήγε να βρει κάτι, για να του δώσει να δειπνήσει. Κοίταξε παντού, μα τίποτα δεν βρήκε. Ούτε ψωμί δεν είχε. Στήν αμηχανία του ο άγιος θυμήθηκε πώς σε κάποια γωνιά βρισκόταν κρεμάμενο ένα κομμάτι διατηρημένο χοιρινό κρέας από τις ημέρες της κρεοφαγίας. Χωρίς να χάσει καιρό, φώναξε την κόρη του να ψήσει λίγο για τον φιλοξενούμενο τους. Η κόρη ετοίμασε το τραπέζι.

Έβαλε πάνω το ψητό κρέας και κάλεσαν τον ξένο να φάγει. Ο ξένος, σαν είδε το προσφερόμενο, αρνήθηκε να το δοκιμάσει λέγοντας:

— Δέσποτα μου, συγχώρεσε με. Νηστεύω. Είμαι χριστιανός.

- Ναί! παιδί μου, είπε ο άγιος. Κι εγώ νηστεύω. Είμαι κι εγώ χριστιανός. Μα μια και δεν έχουμε τίποτε άλλο στο σπίτι κι εσύ πρέπει να τονωθείς ύστερα από την τόση οδοιπορία, θα φας από αυτό που βρίσκεται. Να! εγώ καταλύω πρώτος τη νηστεία. Φάγε, παιδί μου, να τονωθείς.
Κι ο άγιος, για να ενθαρρύνει τον ξένο, έφαγε κι έδωσε και σ' εκείνο λέγοντας του. «Πάντα καθαρά τοις καθαροίς, ο θείος απεφήνατο Λόγος». Την άλλη μέρα φυσικά συνέχισε και πάλι τη νηστεία του. Το περιστατικό αυτό δείχνει την πλατιά αντίληψη του αγίου για τη νηστεία, που είναι κι η μόνη ορθή. «Το Σάββατον εγένετο δια τον άνθρωπον ούχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον». (Μάρκ. β', 27).

7. Λίγα γράμματα έμαθε ο άγιος, όπως είδαμε. Τούτο, όμως, δεν τον εμπόδισε από του να προσέλθει και να λάβει μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο που συνεκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος τα 325 μ.Χ., για να αποστομώσει και καθαιρέσει τον Άρειο. Ο τρομερός αυτός αιρετικός, όπως ξέρουμε, δίδασκε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά δημιούργημα και πλάσμα του Θεού. Κι η αιρετική του αυτή διδασκαλία είχε προκαλέσει αληθινό σάλο κι είχε συνταράξει ολόκληρη τη Χριστιανική Εκκλησία.

Στη σύνοδο αυτή από τη μια μεριά είχε παραταχθεί ο Άρειος με τους ικανούς ρήτορες και οπαδούς του επισκόπους. Κι ήταν αυτοί ο Νικομήδειας Ευσέβιος, ο Νικαιας Θεαγένης και ο Χαλκηδόνος Μακάριος. Μαζί μ' αυτούς, με την άδεια του Βασιλιά, προσήλθαν και παρεκάθησαν στη σύνοδο και αρκετοί φιλόσοφοι ομοϊδεάτες του Αρείου και υπερασπιστές του. Ανάμεσα σ' αυτούς ξεχώριζε κι ένας Έλληνας φιλόσοφος, ο Ευλόγιος, που στη διαλεκτική τέχνη, την ευστροφία του λόγου και τα σοφίσματα εθεωρείτο ανίκητος.

Στην παράταξη των ορθοδόξων είχαν συγκεντρωθεί 317 σεβάσμιοι αρχιερείς και κληρικοί. Μεταξύ αυτών διακρίνονταν, οι άγιοι Νικόλαος και Αλέξανδρος, ιερέας ακόμη, ο επίσκοπος Αντιοχείας Ευστάθιος, ο Παφνούτιος από τη Θηβαΐδα, ο Μέγας Αθανάσιος, διάκονος τότε της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ο επίσκοπος Τριμυθούντος Σπυρίδων και άλλοι πολλοί. Ο τελευταίος φυσικά δεν διακρινόταν για τη μόρφωση του. Διακρινόταν, όμως, για την απλότητα και την ταπείνωση του. Ήταν ένα δοχείο ακένωτο από ουράνιους θησαυρούς. Ήταν ένα κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Από τη στιγμή που μπήκε στην αίθουσα της συνόδου η καρδιά του κτυπούσε δυνατά και με βαθιά πίστη προσευχόταν νοερά να φωτίσει, ο Θεός, ώστε στο τέλος να λάμψει η αλήθεια.

«Πάτερ, δόξασόν σου τον Υιόν», έλεγε κι επαναλάμβανε με δάκρυα στα μάτια. Η αγάπη του στον λατρευτό μας Σωτήρα Χριστό του φλόγιζε όλο το κορμί και τον γέμιζε με ακαταμάχητη δύναμη.

Στη συζήτηση, που είχε ανάψει ο τρομερός Άρειος με τη φιλοσοφική του μόρφωση, την πανουργία και την ευγλωττία του, αλλά και τους οπαδούς του ρήτορες, που τον ενίσχυαν αφάνταστα, πετούσε κυριολεκτικά κεραυνούς ενάντια στην αλήθεια και την Εκκλησία του Χριστού. Οι ώρες περνούσαν, χωρίς ένα θετικό αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή μάλιστα ένας από τους πιο δεινούς ρήτορες του Αρείου, ο Έλληνας σοφός Ευλόγιος είχε προβάλει τέτοια επιχειρήματα και με τόση μαεστρία που είχε νομισθεί ότι το δίκαιο βρισκόταν με το μέρος τους. Οι υπερασπιστές της χριστιανικής αλήθειας, κι αυτός ο Μ. Αθανάσιος, σώπασαν. Νεκρική σιγή είχε απλωθεί για μερικά δευτερόλεπτα στη μεγάλη αίθουσα της συνόδου. Εκείνη την ώρα σηκώθηκε από τη θέση του ο άγιος μας και ζήτησε να μιλήσει. Αργά προχωρεί προς το βήμα. Οι οπαδοί του αιρεσιάρχη χαμογέλασαν, σαν τον είδαν. Οι άλλοι πατέρες στενοχωρέθηκαν. Γνώριζαν πώς ο άγιος ήταν αγνός κι ενάρετος. Ήταν όμως, κι ο άνθρωπος ο απλοϊκός, με τα λίγα γράμματα και χωρίς αυτό που λέμε κατά κόσμο σοφία και γνώση. Πώς θα μπορούσε λοιπόν ο ταπεινός βοσκός να τα βγάλει πέρα μ' ένα ρήτορα σοφό και διεστραμμένο; Γι' αυτό στενοχωρέθηκαν και μερικοί αγωνιζόντουσαν να τον εμποδίσουν να ομιλήσει. Φοβόντουσαν μήπως ο τραχύς κι αδιάντροπος ρήτορας ζητήσει να τον εκθέσει και να τον γελοιοποιήσει. Ο Σπυρίδωνας, όμως, επέμενε. Κι ο Βασιλιάς έδωκε τον λόγο.

Σιγή και πάλι νεκρική απλώθηκε στην αίθουσα. Οι φίλοι του Αρείου με δυσκολία συγκρατούν την περιφρόνηση τους, ενώ οι πατέρες με αισθήματα σεβασμού μα και απορίας κοιτούνε τον γέροντα. Κάποια στιγμή ο μέγας Σπυρίδων διακόπτοντας τη σιωπή στρέφεται προς τον φιλόσοφο και με φωνή σταθερή αρχίζει να του λέγει τούτα τα λόγια:

-Άκουε, σοφέ. Ένας είναι ο Θεός. Αυτός με τον Λόγο Του και το Πνεύμα Του δημιούργησε όλο τον κόσμο. Και αυτά που βλέπουμε, μα κι εκείνα που δεν βλέπουμε. Αυτός έπλασε και το θαυμαστό κι υπέροχο δημιούργημα, τον άνθρωπο. Αυτός ο Λόγος του Θεού είναι Υιός του Θεού αληθής και ομοούσιος με τον Πατέρα. Για την ιδική μας σωτηρία, πιστεύουμε ότι ο Υιός του Θεού έγινε και άνθρωπος και γεννήθηκε από μία κόρη, την Παρθένο Μαρία. Μεγάλωσε σαν άνθρωπος εκεί στη Ναζαρέτ, δίδαξε επι τρία χρόνια κι ύστερα σταυρώθηκε και τάφηκε σαν άνθρωπος. Έπειτα αναστήθηκε σαν Θεός μετά τρεις μέρες και συνανέστησε κι εμάς και μας χαρίζει άφθαρτη και αιώνια ζωή. Ο Λόγος του Θεού, αφού παρέμεινε στη γη μετά την Ανάσταση Του επι σαράντα ημέρες, αναλήφθηκε ύστερα στον Ουρανό από όπου κι έστειλε στη γη μετά δέκα μέρες το Πανάγιο Πνεύμα το οποίο από τότε παραμένει στην Εκκλησία. Ο Λόγος του Θεού πιστεύουμε ακόμη, πώς θα ξανάρθει κάποια μέρα για να κρίνει τον κόσμο όλο. Ημείς δε, θα αναστηθούμε και θα παρουσιαστούμε μπροστά Του, για να απολογηθούμε σ' Αυτόν για όλα τα έργα, τα λόγια και τα ενθυμήματα μας.

-Ο Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, Σύνθρονος, Ομότιμος και Ομόδοξος. Ένας είναι ο Θεός• Τρία Πρόσωπα όμως, τρεις Υποστάσεις, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Τα τρία αυτά Πρόσωπα, ο ένας Θεός, η μία Ουσία είναι για τον νου του ανθρώπου κάτι το άρρητο και ακατάληπτο. Όπως είναι αδύνατο να βάλει κανείς όλα τα νερά της θάλασσας σ' ένα ποτήρι, έτσι είναι αδύνατο και το πεπερασμένο μυαλό του ανθρώπου να χωρέσει και να κατανοήσει το άπειρο της Θεότητος. Για να δώσω όμως μια εξήγηση των λόγων μου, ας με συγχωρήσει ο Πανάγαθος που θα χρησιμοποιήσω αυτό το χειροπιαστό παράδειγμα.
Τότε ο άγιος έβαλε το αριστερό χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα κεραμίδι και δείχνοντας το, έκαμε με το δεξί του το σημείο του σταυρού κι είπε:

— «Εις το όνομα του Πατρός».

Κι έσφιξε το κεραμίδι. Οι πατέρες που παρακολουθούν τη σκηνή, συγκλονίζονται κυριολεκτικά. Γιατί με τις λέξεις του αγίου, η φωτιά με την οποία ψήθηκε το κεραμίδι ανέβηκε πάνω.

- «Και του Υιού»,

Πρόσθεσε. Τότε το νερό με το οποίο ζυμώθηκε το ξερό κεραμίδι, έτρεξε κάτω.

— «Και του Αγίου Πνεύματος».

Συμπλήρωσε ο πρακτικός και θεοφώτιστος διδάσκαλος. Το χώμα έμεινε στο χέρι του.

- Αδελφοί και πατέρες μου, συνέχισε ο θαυματουργός• όπως το κεραμίδι αποτελεί ένα πράγμα μιας ουσίας και μιας φύσεως, αλλά είναι τρισύνθετο - φωτιά, νερό, χώμα — έτσι κι ο Άγιος Θεός. Αν και δεν πρέπει να παρομοιάσουμε την Άκτιστο και Υπερούσια αυτή Φύση με κτιστό και φθαρτό δημιούργημα, εν τούτοις για να κάνουμε τα ακατάληπτα καταληπτά, - ας μας συγχωρήσει το άπειρο έλεος Του - λέμε και τονίζουμε:

- Ο Θεός είναι ένας κατά την ουσία και τη φύση. Αλλά κατά τα πρόσωπα ή τις υποστάσεις είναι Τριαδικός: Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.

Τα λόγια του αγίου κατέπληξαν τους παριστάμενους. Η αίθουσα αντήχησε από τις δοξολογίες προς τον Θεό και τις επευφημίες των Πατέρων. «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών. Σύ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος». (Ψαλμ. ος', 14-15). Ψάλλουν και δοξολογούν τον Κύριο. Ο Άρειος κι οι οπαδοί του καταντροπιάστηκαν πραγματικά. Ο φιλόσοφος ταπεινωμένος αναγνωρίζει κι ομολογεί φανερά την ήττα του:

-Τα λόγια σου με έπεισαν, άγιε γέροντα, και το θαύμα με εβεβαίωσε, ότι έχεις δίκαιο. Πιστεύω τώρα. Πιστεύω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού, Θεός αληθινός κι Αυτός, ομοούσιος με τον Πατέρα.

Δάκρυα χαράς έτρεξαν από τα μάτια όλων και πρώτα-πρωτα από τα μάτια του φιλοσόφου, που έσπευσε να δεχθεί το βάπτισμα και να γίνει χριστιανός.

Η αλήθεια για μια ακόμη φορά θριάμβευσε. Και επεβλήθη «ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ' εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως» (Α' Κορ. 6', 4). Δηλαδή όχι με συναρπαστικά λόγια ανθρώπινης σοφίας, αλλά με απόδειξη θείας δυνάμεως, που με το θαύμα που έγινε επιβεβαίωσε τη διδασκαλία. Να ποιος ήταν ο άγιος μας. Φλογερός, ζηλωτής στην πίστη, θεοφώτιστος.

8. Όταν ο άγιος επέστρεψε στην Κύπρο, με πολλή θλίψη έμαθε, πώς η κόρη του Ειρήνη είχε προ πολλού αποθάνει. Ο πιστός επίσκοπος δέχτηκε και τούτη τη δοκιμασία με παραδειγματική καρτερία και υπομονή. Μερικές μέρες υστερώτερα μία γυναίκα ήρθε σ' αυτόν και με κλάματα του ζήτησε ένα πολύτιμο πράγμα, ένα κόσμημα. Τα είχε δώσει στην κόρη του να το φυλάξει, λίγο πριν πεθάνει. Ο άγιος σηκώθηκε και με προσοχή ερεύνησε όλο το σπίτι, για να βρει το ξένο πράγμα. Δυστυχώς, όμως, πουθενά δεν το βρήκε. Τότε χωρίς καμιά αναβολή τράβηξε για τον τάφο της κόρης του. Σάν έφτασε, στάθηκε, ανέπεμψε μια θερμή προσευχή, κι ύστερα, αφού έσκυψε πάνω από τον τάφο, κάλεσε τη νεκρή κόρη του να του πεί, ως να ήταν ζωντανή, που είχε βάλει το πράγμα που της έδωκαν. Την ίδια στιγμή μια φωνή από τα βάθη του τάφου ακούστηκε να του λέει:

- Πατέρα μου, στον τάδε τόπο το έχω φυλαγμένο. Τότε κι ο άγιος της είπε:
- Κοιμήσου, κόρη μου, ήσυχα. Κοιμήσου μέχρι την ήμερα εκείνη, που ο Κύριος μας θα σε αναστήσει στην κοινή ανάσταση όλων μας.
Όσοι ήταν εκεί τρόμαξαν κι έμειναν σκεφτικοί. Συλλογιζόντουσαν τη δύναμη, με την οποία ο Πανάγαθος Θεός χαρίτωσε τον απλοϊκό μα άγιο επίσκοπο τους. Τον ποιμένα τον καλό, που έσπευδε να κάμει το καθετί για την ωφέλεια και την εξυπηρέτηση των χριστιανών του.

9. Στά 337 μ.Χ. πέθανε ο δημιουργός της Βυζαντινής μας αυτοκρα τορίας Κωνσταντίνος ο Μέγας. Στόν δοξασμένο θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε τώρα ο γιος του Κωνστάντιος. Αυτός ξανάκτισε και τη Σαλαμίνα της Κύπρου, που είχε καταστραφεί από σεισμό το 343. Από το όνομα του όμως η νέα πόλη ονομάστηκε Κωνστάντια.
Ο Κωνστάντιος κυβέρνησε το κράτος του Βυζαντίου 23 περίπου χρόνια (337-360 μ.Χ.). Κατά την περίοδο αυτή - δεν ξέρουμε πότε ακριβώς - ο αυτοκράτορας επισκέφθηκε την πρωτεύουσα της Συρίας την Αντιόχεια και αναγκάστηκε να παραμείνει εκεί για καιρό, γιατί αρρώστησε βαριά. Οι καλύτεροι γιατροί μπαινόβγαιναν στο παλάτι, χωρίς να μπορούν να προσφέρουν τίποτα.

Στις δύσκολες εκείνες ώρες τόσο ο Κωνστάντιος, όσο κι οι δικοί του κατέφυγαν ιδιαίτερα στην προσευχή. Μια βραδυά, εκεί που ο βασιλιάς προσευχόταν, βλέπει μπροστά του ένα άγγελο, ο οποίος αφού του έδειξε μια χορεία αγίων επισκόπων ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζαν δύο, του είπε, πώς την αρρώστια του μόνο αυτοί θα ημπορούσαν να του την θεραπεύσουν. Ο βασιλιάς, χωρίς να χάσει καιρό έστειλε και κάλεσε στο παλάτι όλους τους επισκόπους. Ανάμεσα σ' αυτούς, όμως, που ήλθαν δεν είχε αναγνωρίσει τα δύο πρόσωπα που του είχε δείξει ο άγγελος. Οι επίσκοποι προσευχήθηκαν και ζήτησαν από τον Μέγα Ιατρό τη θεραπεία του άρχοντα, άλλα τίποτα δεν κατώρθωσαν. Στις δύσκολες εκείνες ώρες κάποιοι υπέδειξαν ότι από την εκεί χορεία έλειπε ο Σπυρίδων της Κύπρου. Χωρίς καθυστέρηση ο βασιλιάς έστειλε στη νήσο άνθρωπο δικό του και τον κάλεσε. Ο ταπεινός ιεράρχης, που κατά παρα χώρηση Θεού γνώριζε τα της αρρώστιας του Βασιλιά, πήρε μαζί του τον μαθητή του Τριφύλλιο, που η αγάπη του Θεού προώριζε για μελλοντικό αρχιερέα, και τον διάκονο του Αρτεμίδωρο και ξεκίνησε για την Αντιόχεια. Όταν έφτασε στην πόλη αυτή, ύστερα από ένα πολύ κουραστικό ταξίδι, ο Σπυρίδων κατευθύνθηκε με τη συνοδεία του στο παλάτι. Στήν είσοδο του παλατιού ο φρουρός που τους είδε έτσι φτωχικά ντυμένους ζήτησε να τους εμποδίσει να εισέλθουν. Τον Σπυρίδωνα μάλιστα, που είχε ήδη προχωρήσει μπροστά, ο φρουρός, νομίζοντας τον για κανένα ζητιάνο, τον άρπαξε από το χέρι και του έδωσε κι ένα χαστούκι στο πρόσωπο. Ο πράος ιεράρχης, χωρίς καθόλου να θυμώσει έστρεψε και την άλλη πλευρά του προσώπου του λέγοντας ότι ο βασιλιάς τον κάλεσε. Όταν ο φρουρός αντιλήφθηκε, ότι μπροστά του δεν είχε ζητιάνο, αλλά ένα αρχιερέα και μάλιστα τον ονομαστό της Κύπρου αρχιερέα Σπυρίδωνα, έπεσε μπροστά του και με δάκρυα τον παρακαλούσε να τον συγχωρήσει. Ο άγιος, που ήξερε να σκορπά τριγύρω του μονό την καλωσύνη, τον πήρε από το χέρι κι αφού τον ενουθέτησε, του έδωκε τις πατρικές ευλογίες του.
Οι άνθρωποι του βασιλιά παρέλαβαν τον άγιο και τον οδήγησαν με τη συνοδεία του μπροστά στον άρχοντα. Στό αντίκρυσμα τους ο βασιλιάς αναγνώρισε αμέσως τα δύο πρόσωπα, που του είχε δείξει την πρώτη φορά ο άγγελος, και με τον πόνο της αρρώστιας ζωγραφισμένο στο πρόσωπο σηκώθηκε από τον βασιλικό θρόνο και προχώρησε προς τον άγιο. Συγκινητική η σκηνή! Ο επίγειος άρχοντας με ταπείνωση σκύβει μπροστά στον αντιπρόσωπο του Ουρανίου Βασιλέως, για να ζητήσει το έλεος και τη χάρη Του. Ο ταπεινός αρχιερέας, πλημμυρισμένος από αγάπη και συμπόνια στον ανθρώπινο πόνο σηκώνει το σεπτό και άγιο χέρι του και το αποθέτει στο κεφάλι του άρχοντα προφέροντας την ίδια ώρα θερμή και άγια προσευχή. Το αποτέλεσμα; Θαυμαστό!
Σέ μια στιγμή η αρρώστια υποχωρεί και χάνεται και η υγεία ολοκληρωτικά αποκαθίσταται και παίρνει τη θέση της στο βασιλικό κορμί.
Οι καρδιές κτυπούν δυνατά από συγκίνηση κι ευγνωμοσύνη στον Θεό για τη δωρεά του. Ο άγιος μετά τη θεραπεία είπε και μερικά πνευματικά λόγια, που αφορούσαν στην ψυχική σωτηρία του επίγειου άρχοντα:

— Να θυμάσαι πάντοτε, βασιλιά, ότι κάθε εξουσία προέρχεται από τον Θεό. Γι' αυτό κι ο κάθε άρχοντας έχει υποχρέωση να ασκεί την εξουσία προς το συμφέρον του λαού του. Οδηγός στη ζωή του καθενός μας ας είναι η αγάπη, η καλοσύνη, η φιλανθρωπία. Όποιος έχει αγάπη μέσα του δεν μπορεί παρά να κάμνει το καλό στον συνάνθρωπο του. Με την αγάπη τηρεί και ξεπληρώνει ένας όλο τον νόμο. Φύλαττε ακόμη, βασιλιά μου, την ευσέβεια και μη δεχθείς στην Εκκλησία καμιά διδασκαλία αντίθετη με τα όσα διδάσκει η Αγία Γραφή κι η ιερά Παράδοση.

Αυτά είπε ο άγιος και ξεκίνησε να φύγει. Κι όταν ο βασιλιάς για να εκδηλώσει σ' αυτόν την ευγνωμοσύνη και την αγάπη του, του πρόσφερε χρήματα, πολλά χρήματα, ο άγιος αρνήθηκε να τα δεχθεί, λέγοντας πώς πιο πάνω από τα χρήματα είναι η αγάπη. Κι όταν ο βασιλιάς επέμενε, ο άγιος, για να μη θεωρηθεί υπερήφανος και ακατάδεχτος, δέχτηκε τα δώρα και προτού να φύγει από το παλάτι τα διαμοίρασε στους αυλικούς.

Την πράξη αυτή του αγίου σαν έμαθε ο βασιλιάς τον ευλαβήθηκε ακόμη περισσότερο, λέγοντας: «Τώρα εξηγώ και καταλαβαίνω γιατί ο Πανάγαθος Θεός τον έχει τόσο χαριτώσει». Ενθυμούμενος δε τις νουθεσίες του φρόντισε στη ζωή του να κάμνει πολλές φιλανθρωπίες σε κάθε φτωχό και πονεμένο. Κι ακόμη, για την αγάπη του άγιου Σπυρίδωνος, πρώτος αυτός απ' όλους τους βασιλείς ενομοθέτησε, ώστε οι κληρικοί να μη πληρώνουν κανένα φόρο. «Είναι άτοπο και ντροπή, έλεγε, οι υπηρέτες και αντιπρόσωποι του Ουράνιου Βασιλιά να πληρώνουν φόρους σε επίγειους και θνητούς άρχοντες».

10. Όταν ο άγιος αναχώρησε από τα ανάκτορα ευσεβής χριστιανός τον κάλεσε για να τον φιλοξενήσει. Κάποια γυναίκα είδωλολάτρισσα, που δεν ήξερε ούτε Ελληνικά, σαν το έμαθε, πήγε εκεί στό σπίτι μ' ένα παιδάκι νεκρό στην αγκαλιά της και το απέθεσε με κλάματα στα πόδια του αγίου. Με νεύματα και χειρονομίες και δάκρυα ποτάμι προσπαθούσε να του εξηγήσει τί ήθελε. Ο άγιος αντιλήφθηκε φυσικά τον πόθο της, αλλά δίσταζε να ζητήσει από τον Κύριο ένα τέτοιο πράγμα. Συγκλονισμένος, όμως, από τα δάκρυα της ζήτησε κάποια στιγμή από τον διάκονο του Αρτεμίδωρο να του πει τι να κάμει. Κι αυτός, άνθρωπος ευλαβής κι ενάρετος, απήντησε: «Γέροντα μου, κάμε μια δέηση και γι' αυτό το πονεμένο πλάσμα. Ο Υπερούσιος Λόγος που πάντα σε ακούει, θα σου κάμει οπωσδήποτε κι αυτή τη χάρη».
Ο άγιος δεν επερίμενε άλλο. Γονάτισε και με δάκρυα ποτάμι ζήτησε από τον Φιλάνθρωπο Χριστό να κάμει το θαύμα του. Να δώσει πίσω τη ζωή στο νεκρό παιδί. Κι η απάντηση δεν βράδυνε. Ένα δυνατό κλάμα παιδιού μαρτύρησε το θαύμα. Η δυστυχισμένη μητέρα, σαν άκουσε το νεκρό παιδί της να κλαίει, ένοιωσε μια τέτοια συγκίνηση κι ένα τέτοιο συγκλονισμό ψυχής, που έπεσε κάτω νεκρή. Ο Αρτεμίδωρος, ο πιστός διάκονος, μόλις αντιλήφθηκε τα γενόμενα με συντετριμμένη την καρδιά στράφηκε προς τον άγιο, και τον παρακάλεσε αυτό που έκαμε για το νεκρό παιδί, να κάμει και για τη μητέρα. Να δώσει με την προσευχή του στο παιδί ζωντανή τη μητέρα, την προστάτιδα του. Ο άγιος την ανάστησε κι αυτή με την προσευχή του και της έβαλε στην αγκαλιά ζωντανό το παιδί της. Μιμούμενος δε σε όλα τον θείο Διδάσκαλο, συνέστησε να μην πουν σε κανένα τα όσα έγιναν.

11. Από την Αντιόχεια ο άγιος με τη βοήθεια του Θεού επέστρεψε και πάλι στην πατρίδα του κοντά στο ποίμνιο του το αγαπημένο. Λίγες μέρες μετά την επιστροφή του ένας ζωέμπορος τον επισκέφθηκε και ζήτησε να αγοράσει από αυτόν εκατόν αίγες. Ο άγιος, όπως είπαμε, είχε διατηρήσει και μετά τη χειροτονία του σε επίσκοπο το ποίμνιο του, για να μπορεί να βοηθά κάθε δυστυχισμένο και πτωχό, που τον επισκεπτόταν. Στήν πρόταση που του έκαμε ο ζωέμπορος, ο άγιος του απήντησε:

— Βάλε εκεί τα χρήματα και πήγαινε να πάρεις τα ανάλογα ζώα από τη μάνδρα.

Ο ζωέμπορος σαν είδε τον άγιο να συνεχίζει αδιάφορος την εργασία του, νόμισε την ευκαιρία κατάλληλη να τον ξεγελάσει. Έβαλε, λοιπόν στο μέρος που του είπε την αξία 99 ζώων και μπήκε στη μάνδρα. Ξεχώρισε εκατόν αίγες και προσπαθούσε να τις βγάλει για να τις πάρει σπίτι του. Μια από τις αίγες, παρά τις προσπάθειες του, δεν ήθελε να ακολουθήσει τις άλλες. Ο αγοραστής, για να την αναγκάσει να πάει μαζί του, τη σήκωσε στους ώμους του, για να τη μεταφέρει. Το ζώο όμως άρχισε να τον κτυπά με τα κερατά του και να σπαράζει, αρνούμενο να τον ακολουθήσει. Ο επίσκοπος που στο θόρυβο είχε βγει έξω να ιδεί τι γίνεται, σαν είδε τη σκηνή είπε στον αγοραστή:

- Παιδί μου, πρόσεξε. Μήπως κατά λάθος δεν έβαλες την αξία αυτού του ζώου μαζί με τα άλλα χρήματα και για τούτο αυτό αρνείται να σε ακολουθήσει;

Στα λόγια του επισκόπου ο αγοραστής ομολόγησε την πράξη του και ζήτησε συγγνώμη, Ύστερα πλήρωσε το τίμημα του ζώου, κι αυτό ακολούθησε ήσυχα και πρόθυμα όπως τα άλλα.

Η αγάπη του καλού ποιμένα για το κάθε πλανεμένο πρόβατο υπήρξε απίστευτα συγκινητική. Πόνος και πόθος και παλμός κι αγώνας του ήταν η σωτηρία κάθε μιας ψυχής. Γι' αυτό και φρόντιζε με τα λόγια του και την όλη ζωή του να βοηθήσει τον καθένα, που ερχόταν σε επαφή μαζί του, να αντιληφθεί τα σφάλματα και τις αμαρτίες του. Να τις αντιληφθεί και να θελήσει να μετανοήσει για να σωθεί. Όπως οι ιατροί των σωμάτων χρησιμοποιούν ποικίλα φάρμακα για τη θεραπεία κάποιου ανθρώπινου μέλους που πάσχει, έτσι κι ο στοργικός επίσκοπος. Τα κύρια φάρμακα, που χρησιμοποιούσε, ήταν συνήθως το βάλσαμο, η αγάπη με τα γνωρίσματα της. Αγάπη στον καθένα. Αγάπη και επιείκεια και καλωσύνη και συγχωρητικότητα μέχρι παρεξηγήσεως. Αλλά και καυτήρια. Τον είδαμε στην περίπτωση της αμαρτωλής γυναίκας, που ήθελε να ασπασθεί τα πόδια του κι αυτός τη διέταξε να μη τον αγγίζει προτού μετανοήσει (θαύμα 5ο).

12. Μια βραδυά, την ώρα που όλοι ησύχαζαν, μερικοί κλέφτες μπήκαν στη μάνδρα, που ήσαν τα πρόβατα που έτρεφε ο άγιος για τις ανάγκες των πτωχών του, για να κλέψουν μερικά. Ξεχώρισαν αυτά που ήθελαν και δοκίμασαν να φύγουν. Άδικα, όμως, προσπαθούν να κινηθούν προς την έξοδο. Τα πόδια και τα χέρια τους δέθηκαν αόρατα από Εκείνο, που όλα τα βλέπει και τα παρακολουθεί, Όλο το βράδυ άγρυπνοι αγωνίζονταν χωρίς να κατορθώσουν αυτό που ήθελαν. Όταν ξημέρωσε και πήγε ο άγιος στη μάνδρα και τους είδε σε κείνα τα χάλια, τους σπλαγχνίστηκε. Τους μίλησε με καλωσύνη και τους συνέστησε να μην επαναλάβουν αυτή την πράξη. Κι εκείνοι ντροπιασμένοι και καταστενοχωρημένοι του το υποσχέθηκαν. Τους έλυσε τα δεσμά, με τα οποία ήσαν δεμένοι, τους ευλόγησε και τους απέλυσε. Την ώρα, που έφευγαν, τους έδωσε κι ένα κριάρι για «τον κόπο της αγρυπνίας». Πόσο δίκαιο έχει ο λαός μας όταν λέγει: «Αγαπά ο Θεός τον κλέφτη• αγαπά όμως και τον νοικοκύρη». Ο Πανάγαθος «θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α' Τιμοθ. β' 4). Τη σωτηρία όλων μας θέλει ο Πανάγαθος Θεός. Τη σωτηρία όμως την προσφέρει μονάχα σ' εκείνους, που αναγνωρίζουν τα σφάλματα τους και με συντριβή ψυχής ζητούν μετανοημένοι τη συγχώρηση των αμαρτιών τους. Αυτό το κάνει κι ο άγιος. Στή μετάνοια και λύπη που δείχνουν οι κλέφτες για την πράξη τους, ο καλόκαρδος επίσκοπος σπεύδει να προσφέρει, όχι μόνο τη συγχώρεση και τις ευλογίες του αλλά και την αγάπη του, την έμπρακτη αγάπη του που εκδηλώνεται με τη γενναιόδωρη προσφορά του.

13. Ένα ζωντανό θαύμα και μια εκδήλωση αγάπης είναι όλη η ζωή του αγίου. Σελίδες πολλές θα μπορούσε να γεμίσει κανείς διηγούμενος με κάθε συντομία τα θαύματα που έκαμε, όταν ακόμη βρισκόταν στη ζωή. Έδωσε την καρδιά του ο άγιος άνευ όρων στον Ουράνιο Δημιουργό και Πατέρα, κι Αυτός επιβραβεύοντας την προσφορά του τον τίμησε και τον δόξασε όσο κανένα άλλο. Ό,τι πιο ωραίο, ό,τι πιο μεγάλο και θαυμαστό υπάρχει στη γη, η αγάπη και παντοδυναμία του Θεού το προσφέρει μέσον του Αγίου σ' εκείνους που το εκζητούν από Αυτόν με θερμή προσευχή και ταπείνωση, μα και συντριβή καρδιάς και πίστη φλογερή.

Με θερμή προσευχή και ταπείνωση...

Κάποτε ο άγιος, ενώ προσευχόταν το βράδυ στην εκκλησία της επισκοπής του και κόσμος πολύς με έκσταση παρακολουθούσε την προσευχή, που εξ’ όλης ψυχής και καρδίας ανέπεμπε ο ευλαβής επίσκοπος, κάποιος τον πλησίασε και τον διέκοψε λέγοντας του:

— Γέροντα, η κανδήλα θα σβήσει. Δεν έχουμε λάδι να της βάλουμε.
—Δεν έχει λάδι; είπε ο γέροντας.

Και σήκωσε τα άγια του χέρια. Τα σήκωσε για να ζητήσει λίγο λάδι, ώστε να μη διακοπεί η προσευχή. Και ώ του θαύματος! Με το σήκωμα των χεριών, Εκείνος, που υποσχέθηκε ότι «πάς ο αιτών λαμβάνει», έσπευσε να ανταποκριθεί στην αίτηση του καλού και πιστού του δούλου. Η κανδήλα άρχισε, όχι απλώς να γεμίζει από λάδι, αλλά και να ξεχειλά και να τρέχει στη γη. Οι υποδιάκονοι έτρεξαν, έφεραν αγγεία, περισυνέλεξαν το πλεονάζον λάδι κι έτσι για πολλές ήμερες είχαν, ό,τι χρειαζόντουσαν για την ανάγκη των λύχνων. Με την άγια του ζωή ο ευλαβής επίσκοπος είχε τόσο ευνοηθεί από τον Παντοδύναμο Πατέρα, ώστε ήταν αδύνατο σ' αυτόν να υψώσει τα χέρια και να μη λάβει αμέσως το ζητούμενο.

14. Ζούσε ακόμη ο άγιος στην επισκοπή του, όταν ο πατριάρχης Αλεξανδρείας, κινούμενος από θείο ζήλο και επιποθώντας να ιδεί την επαρχία του απαλλαγμένη από τα διάφορα ελληνικά είδωλα και ξόανα με τα οποία ήταν γεμάτος ο τόπος, κάλεσε στην επισκοπή του όλους τους αρχιερείς για μια κοινή δέηση. Ήταν συνηθισμένος τρόπος η συντριβή των ειδώλων με την προσευχή των πιστών. Στήν πρόσκληση του πατριάρχη έσπευσαν όλοι οι επίσκοποι κι ένας μεγάλος αριθμός πιστών να ανταποκριθούν. Στή μέρα που ορίστηκε άρχισε από όλους θερμή η κοινή προσευχή κι οι παρακλήσεις. Το αποτέλεσμα ευλογημένο. Ένα ένα τα διάφορα ειδωλολατρικά σύμβολα με την προσευχή των άγιων πατέρων κατά παραχώρηση Θεού άρχισαν να γκρεμίζονται και να γίνονται συντρίμματα. Ένα μονάχα άγαλμα, που ήταν στημένο εκεί στο λιμάνι και δέσποζε της γύρω περιοχής έμενε ασάλευτο. Και έμενε, όχι γιατί ο Παντοδύναμος αρνιόταν να ακούσει τις παρακλήσεις των πιστών του. Έμεινε, γιατί ο Κύριος ήθελε με τούτο να δοξάσει περισσότερο τον πιστό δούλό του Σπυρίδωνα. Να τον δοξάσει και να φανερώσει σ' όλους την ιδιαίτερη εύνοια, την οποία έτρεφε σ' αυτόν για την ταπείνωση και την αγιότητα του.

Ένα βράδυ που ο πατριάρχης βρισκόταν σε θερμή προσευχή, ένας άγγελος του φανερώθηκε και του είπε τούτα τα λόγια: «Μη λυπάσαι, γιατί το άγαλμα στο λιμάνι δεν έπεσε. Αυτό που ποθείς θα γίνει, όταν έλθει εδώ ο επίσκοπος Τριμυθούντος, ο Σπυρίδων. Στείλε και κάλεσε τον». Στήν υπόδειξη αυτή του αγγέλου ο πατριάρχης έσπευσε με γράμματα και πρόσωπο δικό του να καλέσει τον άγιο να πάει στην Αλεξάνδρεια το ταχύτερο. Έστειλε μάλιστα και πλοίο να τον παραλάβει. Στήν πρόσκληση του πατριάρχη και παράκληση ο ταπεινός και πάντα εξυπηρετικός επίσκοπος ετοιμάστηκε και χωρίς αναβολή ξεκίνησε για την Αλεξάνδρεια. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο άγιος δεν σταμάτησε από του να προσεύχεται νοερά και να ζητά τη χάρη του Θεού. Όταν το πλοίο έφτασε στο λιμάνι, ο Σπυρίδων έσπευσε μεταξύ των πρώτων να αποβιβασθεί. Και να. Μόλις τα πόδια του αγίου πάτησαν στη γη, το θαύμα έγινε. Το αμετακίνητο είδωλο, το είδωλο που στις προσευχές τόσων αγίων πατέρων δεν σάλεψε από τη θέση του, στην απλή παρουσία του αγίου επισκόπου Κύπρου στην πόλη του Αλέξανδρου, σείστηκε και μαζί με όλα τα ειδωλολατρικά οικοδομήματα γκρεμίστηκε κι έπεσε σε συντρίμματα. Κάποιοι χριστιανοί που ήσαν εκεί, έτρεξαν κι ανακοίνωσαν στον πατριάρχη με χαρά τα γενόμενα. Κι ο πατριάρχης χωρίς να γνωρίζει την άφιξη του πλοίου αναφώνησε:

- Πρέπει να ήλθε ο Σπυρίδων της Κύπρου το σεμνό και θειο βλάστημα! Πηγαίνετε να τον υποδεχθείτε.
Πρέπει να ήλθε ο Σπυρίδων! Στόν τόπο, που πατούσε και περπατούσε ο γνήσιος μαθητής του Παντοδύναμου Ιησού, δεν μπορούσε να έχει πια θέση και δύναμη και εξουσία το σύμβολο του ψεύδους, το είδωλο που συμβόλιζε και αντιπροσώπευε τον Σατανά.

Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος. «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού». Κλήρος και λαός βγήκαν να προϋπαντήσουν τον ταπεινό επίσκοπο. Κι αυτός απέριττα ντυμένος προχωρεί ευχαριστώντας και δοξολογώντας Εκείνο, «τον ποιούντα μεγάλα και θαυμαστά, ένδοξα τε και εξαίσια».

Το μεγάλο αυτό θαύμα του αγίου κηρύχθηκε παντού. Κλήρος και λαός μαζεύτηκαν στο πατριαρχείο για να τιμήσουν τον άγιο. Οι πιστοί πανηγυρίζουν. Οι ορθόδοξοι στερεώνονται στην πίστη και γίνονται πιο θερμοί. Κι ακόμη πολλοί ειδωλολάτρες πιστεύουν και βαπτίζονται. Το θαύμα σε λίγο καιρό διαδόθηκε στα πέρατα της αυτοκρατορίας. Έφθασε και στο παλάτι της πόλεως του Κωνσταντίνου. Το έμαθε κι ο βασιλιάς. Με πίστη κι ευλάβεια δοξολογεί κι αυτός τον Θεό μαζί με τον λαό του, «τον δόντα εξουσίαν τοιαύτην τοις ανθρώποις» (Ματθ. θ', 8).

Το εξαίσιο αυτό θαύμα μαρτυρούσε και μια πολύ ωραία και μεγάλη εικόνα που βρισκόταν στην Τριμυθούντα μεταξύ του αρχοντικού λεγομένου πυλώνος και της εκκλησίας. Σ' αυτήν την εκκλησία εφημέρευε ο άγιος όσο καιρό ζούσε.

Ο άγιος Σπυρίδωνας μαζί με άλλους ένδεκα Κυπρίους επισκόπους έλαβε μέρος και στην τοπική σύνοδο της Σαρδικής (της σημερινής Σόφιας), που συνεκλήθη γύρω στο 342 ή 343 κι η οποία εβεβαίωσε τις αποφάσεις της Α' Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια. Στή Σύνοδο αυτή, όπως ξέρουμε, ανακλήθηκε από την εξορία του κι ο Μ. Αθανάσιος.

15. Είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη η προσφορά του αγίου μας στην Εκκλησία και πολλά, πάρα πολλά τα θαύματα που, όπως είπαμε, έκαμε και κάμνει. Λέγεται πώς όταν ζούσε και λειτουργούσε στο Άγιο Βήμα, οι χριστιανοί, που παρακολουθούσαν, άκουαν να ψάλλουν μαζί του άγγελοι. Όταν ο άγιος έλεγε «ειρήνη πάσι», οι άγγελοι απαντούσαν: «Και τω πνεύματί σου». Κι όταν αυτός έλεγε, «του Κυρίου δεηθώμεν», άγγελοι αποκρίνονταν «Κύριε ελέησον». Τούτο το γεγονός πολύ ωραία διατύπωσε κι ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας στο απολυτίκιο του αγίου με τις λέξεις: «Και εν τω μέλπειν τάς αγίας σου ευχάς, αγγέλους έσχες συλλειτουργούντάς σοι ιερώτατε». Πόσο αλήθεια χαριτώνει ο Κύριος όλους εκείνους, που με ταπείνωση του δίνουν την καρδιά τους, και με ειλικρίνεια κι απόλυτη εμπιστοσύνη ακολουθούν τον Νόμο Του!

Ήλθε όμως ο καιρός η ευλογημένη αυτή ζωή, μια ζωή υποδειγματικής πραότητας και ταπεινοφροσύνης, μια ζωή άδολης αγάπης και καλωσύνης, μια ζωή γεμάτη από θεία χάρη να εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο και να μεταπηδήσει από το επίγειο στο ουράνιο θυσιαστήριο του Κυρίου, για να συνεχίσει εκεί τις υπηρεσίες του. Αυτό έγινε το 348 μ.Χ. με τον θάνατο του αγίου στην επισκοπή του στην Τριμυθούντα. Έφυγε ο καλός ποιμήν. Έφυγε από το ποίμνιο του. Η αγάπη όμως και το ενδιαφέρον του για τα λογικά πρόβατα του Χριστού που ζητάνε τη μεσιτεία του και τις πρεσβείες του προς τον Κύριο, δεν σταμάτησαν. Συνεχίζονται ως σήμερα. Και θα συνεχίζονται μέχρι που θα θέλει ο Τριαδικός Θεός.

Τα πνευματικά του παιδιά θρήνησαν για καιρό την κοίμηση Του. Το λείψανο του στην ανακομιδή που έγινε μετά από πολλά χρόνια είχε μείνει άφθαρτο κι ευωδίαζε. Γι' αυτό κι οι κάτοικοι της προνομιούχου πόλεως, που τον είχε ποιμένα ψυχών, το έβαλαν σε μια μαρμάρινη λάρνακα, που έστησαν δίπλα στην είσοδο του ναού από τον νάρθηκα, για να είναι προσκύνημα των πιστών.

Η λάρνακα βρίσκεται ακόμη στο ίδιο μέρος αλλά χωρίς τον θησαυρό. χωρίς το άγιο λείψανο. Όταν άρχισαν οι αραβικές επιδρομές η επιδρομές των Σαρακηνών (648 μ.Χ.) το λείψανο για ασφάλεια μεταφέρθηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β' στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί λίγο καιρό πριν να πέσει η βασιλίδα των πόλεων στα χέρια των Τούρκων, ένας ιερέας που ονομαζόταν Γρηγόριος Πολύευκτος, το πήρε από τον ναό που φυλασσόταν μαζί με το λείψανο της Αυγούστας Θεοδώρας και το μετέφερε μέσον της Θράκης, Μακεδονίας και Σερβίας στην Παραμυθιά της Ηπείρου κι ύστερα στην Κέρκυρα γύρω στο 1460. Επί τρία ολάκαιρα χρόνια ο ευσεβής εκείνος ιερέας περιπλανιόταν από τόπο σε τόπο μέχρις ότου φτάσει στην Κέρκυρα. Σ' όλο αυτό το διάστημα τα δύο λείψανα τα είχε κρυμμένα σε δύο σακκιά άχυρα για τα όποια, σαν τον ρωτούσε κανείς έλεγε, πώς τα άχυρα εκείνα ήταν τροφή για το υποζύγιο του.

Το λείψανο του αγίου στην Κέρκυρα

Τα Επτάνησα την εποχή αυτή βρισκόντουσαν κάτω από την εξουσία των Ενετών. Γι' αυτό κι ο Πολύευκτος κατέφυγε σ' ένα από αυτά, την Κέρκυρα, γιατί πίστευε, πώς εδώ ο θησαυρός που μετέφερε θα ήταν ασφαλισμένος. Και πραγματικά τα τίμια λείψανα υπήρξαν εδώ ασφαλισμένα. Στην Κέρκυρα ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος Βρήκε ένα πρόσφυγα, τον ιερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη άλλοτε συμπολίτη του και του κληροδότησε το ιερό λείψανο. Από αυτό λείπει το δεξί χέρι. Τούτο βρισκόταν στη Ρώμη στον ναό του τάγματος του Φ. Νέρι (Ορατοριανών) μέχρι τον Νοέμβριο του 1984. Κατά το έτος αυτό, παραμονές της εορτής του Αγίου, μετά από έντονες ενέργειες του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας και Παξών κ. Τιμοθέου, η Εκκλησία της Ρώμης δέχτηκε και πρόσφερε στην Εκκλησία της Κερκύρας το ως άνω ιερό λείψανο. Τούτο πήγε και παρέλαβε ο ίδιος ο Σεβασμιώτατος Κερκύρας και το μετέφερε αεροπορικώς στην ευλογημένη νήσο. Έτσι το Ιερό οστούν του δεξιού χεριού του αγίου, που για αιώνες φυλασσόταν στη Ρώμη από τότε βρίσκεται στην προνομιούχο νήσο και κάθε φορά λιτανεύεται μαζί με το Ιερό σκήνωμα του αγίου. Το αριστερό διατηρείται ακέραιο μαζί με το άγιο λείψανο. Επίσης και τα μάτια του αγίου κατά παραχώρηση του Θεού, διατηρήθηκαν αλώβητα μέσα στον τάφο. Της αγίας Θεοδώρας το λείψανο φυλάσσεται στον Μητροπολιτικό Ναό της Θεοτόκου της Σπηλαιώτισσας. Είναι ακέφαλο και εορτάζεται η μνήμη της στις 11 Φεβρουαρίου. Η αγία Θεοδώρα είναι αυτή που αναστήλωσε μαζί με τον Πατριάρχη Μεθόδιο τις αγίες εικόνες την πρώτη Κυριακή των Νηστειών του 843. Την αναστήλωση έκαμε μετά τον θάνατο του συζύγου της Θεοφίλου. Ο κόσμος του νησιού με βαθύτατο σεβασμό υποδέχθηκε τον ανεκτίμητο Θησαυρό. Χιλιάδες πιστοί κάθε χρόνο απ' όλα τα μέρη του κόσμου επισκέπτονται τον περίπυστο ναό του αγίου, που η ευλάβεια του Κερκυραϊκού λαού ανήγειρε προς τιμή του. Το άγιο λείψανο φυλάσσεται εδώ σε πολυτελή λάρνακα και διατηρείται άφθαρτο και ακέραιο ενάντια στους αμετάθετους της φύσεως όρους. Άφθαρτο και ακέραιο μένει, για να διακηρύττει στους αιώνες το λόγιο, το προφητικό. «Τοις αγίοις τοις εν τη γη αυτού εθαυμάστωσεν ο Κύριος» (Ψαλμ. ιέ', 3).

Πολλά θαύματα έγιναν κι εδώ στην Κέρκυρα και γίνονται κάθε χρόνο σε όσους με πραγματική πίστη καταφεύγουν στη χάρη του και με συντριβή καρδιάς και ταπείνωση εκζητούν τίς πρεσβείες του, γιατί «ο θαυματουργός καν τέθνηκε Σπυρίδων, του θαυματουργείν ουκ εληξεν εισέ τι». Δηλαδή, ο θαυματουργός Σπυρίδων κι αν απέθανε, δεν έπαψε όμως κι από του να θαυματουργεί. Στόν άγιο αυτό επαναλήφθηκε πραγματικά ο λόγος του Αποστόλου Παύλου. «Ζω δε ούκέτι εγώ, ζή δε εν εμοί Χριστός». (Γαλ. 6', 20).


Μερικά από τα θαύματα του αυτά θα αναφερθούν κι εδώ για ψυχική ενίσχυση όλων μας και διδασκαλία.


Θαύματα

1. Βρισκόμαστε στίς αρχές του 17ου αιώνα. Τρομερή ανομβρία κτύπησε και του Ιόνιου Πελάγους τα νησιά. Ιδιαίτερα τη νήσο Κέρκυρα. Η δύναμη που κρατούσε κι εξουσίαζε τα νησιά με τους πολέμους που διεξήγαγε εδώ κι εκεί, δεν εύρισκε καιρό να σκεφθεί τους δουλοπάροικους της. Ο λαός πεινά. Υποφέρει. Ό,τι βρίσκει τα τρώγει. Έλειψαν και του βουνού τα λίγα χορταράκια. Στούς δρόμους και τα σπίτια μια παραπονιάρικη φωνή ακουόταν συνεχώς: «Πεινούμε...»

Πεινούσαν τα παιδιά. Πεινούσαν οι νέοι. Πεινούσαν κι οι γέροι. Όλοι πεινούσαν. Κι αυτών των πλουσίων τα κελλάρια άρχισαν να αδειάζουν. Πλησίαζε και το Πάσχα, η Λαμπρή. Πώς θα περνούσε ο κόσμος τέτοιες μέρες χωρίς ψωμί;

Στις δύσκολες αυτές ώρες όλοι θυμούνται τον Θεό. «Η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα»1 φωνάζει κι ο λόγος του Θεού. Στήν εκκλησία που φυλάγεται το λείψανο του αγίου,

1.Ησαΐα, ν', 5.

ο λαός αγρυπνεί και παρακαλεί. Κλαίνε τα παιδιά. Σπαράζει η καρδιά των μητέρων. Οι ιερείς ψέλνουν την παράκληση του αγίου. Κι η απάντηση έρχεται τάχιστα.

Το Μέγα Σάββατο τρία πλοία φορτωμένα με σιτάρι πλέουν προς την Ιταλία. Όταν περνούσαν την Κέρκυρα, οι ναύτες βλέπουν ξαφνικά και των τριών πλοίων την πλώρη να στρέφεται πλάγια και προς τον βοριά, όπου ήταν η νήσος. Ο αέρας αλλάζει κατεύθυνση και τα βοηθά. Ένας γέροντας ρασοφόρος προχωρεί μπροστά, λες και τους δείχνει τον δρόμο. Και μια φωνή δυνατή ακούεται και επαναλαμβάνεται πολλές φορές.

- Προς την Κέρκυρα. Πεινούν εκεί οι άνθρωποι. Θα πληρωθείτε. Θα πληρωθείτε. Προς την Κέρκυρα.
Τα ιστιοφόρα, γλάροι πετούμενοι προχωρούν. Σε λίγο νάτα στο λιμάνι. Τα έφερε ο άγιος. Ρίχνουν τις άγκυρες και καλούν τον κόσμο να τρέξει να πάρει αυτά που ποθούσε κι είχε τόση ανάγκη. Να πάρει αυτό που στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου. Να πάρουν το σιτάρι για να φτιάξουν το ψωμί.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και να. Το λιμάνι γέμισε από κόσμο. Τα σακκιά με τον ξανθό θησαυρό σέρνονται στην ακρογιαλιά και διαμοιράζονται. Οι καρδιές πανηγυρίζουν. Τα δάκρυα του πόνου μεταβάλλονται με μιας σε δάκρυα χαράς. Δοξολογίας και χαράς, μα κι ευγνωμοσύνης στον Μεγάλο Πατέρα, τον Πανάγαθο Θεό και τον προστάτη κι ακοίμητο φρουρό άγιο.

Η Ενετική Κυβέρνηση με θέσπισμά της ώρισε κάθε Μ. Σάββατο να γίνεται λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος του αγίου, για να θυμάται πάντα ο λαός το μεγάλο αυτό θαύμα της σωτηρίας του από την πείνα.

2. Γύρω στα 1629-30 καινούργια δοκιμασία έπληξε το ευλογημένο νησί της Κέρκυρας. Αρρώστια μεταδοτική και θανατηφόρα, το κτύπησε αυτή τη φορά χωρίς διάκριση και έλεος. Ήταν πανώλης (πανούκλα). Άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, πλούσιοι και πτωχοί προσβάλλονται καθημερινά από την επάρατη νόσο και πεθαίνουν τόσο στην πόλη, όσο και στην ύπαιθρο, τα χωριά. Η διοίκηση του νησιού με τα πρώτα κρούσματα σπεύδει να ψηφίσει και να διαθέσει ένα τεράστιο ποσό, για να περιορίσει την εξάπλωση της αρρώστιας. Άδικα όμως αγωνίζεται. Σε λίγο καιρό η ωραία Κέρκυρα πάει να ερημώσει. Τα καταστήματα τόσο στην πόλη, όσο και στα μεγάλα κέντρα έχουν κλείσει. Η αγορά νεκρώθηκε. Οι δρόμοι έχουν αδειάσει. Μονάχα μερικά αλογοσυρόμενα κάρα κινούνται κάπου-κάπου φορτωμένα με πτώματα για να μεταφέρουν το μακάβριο φορτίο τους έξω από την πόλη για ταφή σε ομαδικούς τάφους. Εικόνα τραγική παρουσιάζει στ' αλήθεια ολόκληρο το νησί. Εδώ που άλλοτε έσφυζε η ζωή κι αντηχούσαν τραγούδια χαράς και γέλια, τώρα ακούονται μονάχα κλάματα. Κλάματα από ανθρώπους που λειώνουν από τον πόνο ανάμικτα με κλάματα κουκουβάγιας και κρωγμούς κοράκων.

Κάποια μέρα στη συμφορά αυτή την κοσμογονική ο πιστός και πονεμένος λαός παρά τις συστάσεις των ιατρών να αποφεύγει τον συνωστισμό, τολμά και σπεύδει να κατακλύσει τον ιερό ναό του αγίου και με συντριβή ψυχής και δάκρυα καυτά να εκζητήσει τη μεσιτεία του.

— Άγιε, λυπήσου μας, κραυγάζουν μικροί και μεγάλοι. Άγιε, σώσε μας.

Κι η σωτηρία δεν αργεί. Προσφέρεται γρήγορα και πλούσια.

Ο ιστορικός της Κέρκυρας Ανδρέας Μάρμορας που ζούσε Τότε, μας λέγει, πώς η τρομερή επιδημία, παρά την έλλειψη σχετικών φαρμάκων, σε λίγο περιορίστηκε στο ελάχιστο και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων σταμάτησε τελείως. Όλες τις νύκτες κατά τις οποίες η πόλη δοκιμαζόταν από την αρρώστια, πάνω από το ναό του αγίου φαινόταν κάτι σαν φως μιας υπερκόσμιας κανδήλας. Ήταν το σημάδι πώς ο άγιος αγρυπνούσε και φρουρούσε τον λαό του. Έτσι το εξήγησαν οι πιστοί. Το φως το έβλεπαν συνέχεια οι νυχτερινοί σκοποί των φρουρίων.

Η τρομερή αυτή επιδημία, η πανώλης, παρουσιάστηκε και δεύτερη φορά στην Κέρκυρα μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το 1673. Και τούτη τη φορά η αρρώστια ξαπλώθηκε γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Τα κρούσματα υπήρξαν πάμπολλα. Το δρεπάνι του θανάτου θέριζε κι αυτή τη φορά καθημερινά ένα μεγάλο αριθμό από τους κατοίκους.
Στις παρακλήσεις του λαού του ο θαυματουργός άγιος έσπευσε να ανεβάσει και πάλι στον θρόνο της θείας Μεγαλωσύνης, τη συντριβή και τα δάκρυα του πιστού λαού μαζί με τα δικά του και να εκζητήσει και να λάβει τάχιστα το ουράνιο έλεος και τη σωτηρία του. Τα λόγια του Πνεύματος του Θεού «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με» (ψαλμ. μθ', 15) βρήκαν και στην περίπτωση αυτή πλήρη την εφαρμογή τους. Στις ικεσίες του θείου ιεράρχη και του μετανοημένου λαού η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Τα κρούσματα μέρα με τη μέρα ελαττώθηκαν στο ελάχιστο και τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη σταμάτησαν απότομα. Κι αυτή τη φορά στην κορυφή του καμπαναριού για τρεις νύχτες έβλεπαν οι πιστοί ένα σταθερό φως, και μέσα σ' αυτό το υπερκόσμιο φως, τον θαυματουργό άγιο να αιωρείται και μ' ένα Σταυρό στο χέρι να καταδιώκει ένα κατάμαυρο φάντασμα, την αρρώστια, που προσπαθούσε να αποφύγει τον άγιο και να σωθεί.

Η ευγνωμοσύνη κι οι ευχαριστίες του πιστού λαού υπήρξαν και πάλι μεγάλες. Με θέσπισμα της Ενετικής διοικήσεως καθιερώθηκε από τότε κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να γίνεται πανηγυρική και παλλαϊκή λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος, για να θυμάται ο λαός κι ιδιαίτερα η νέα γενεά τον αληθινό και άγρυπνο προστάτη και Σωτήρα της.

Άπειρα είναι τα θαύματα του αγίου, όπως είπαμε. Θαύματα μικρά και μεγάλα. Θαύματα που αναφέρονται στη θεραπεία κάποιας ανίατης αρρώστιας, αλλά και θαύματα που αναφέρονται στη βοήθεια και σωτηρία ολόκληρης πόλεως και λαού. Ένα τέτοιο θαύμα είναι και το παρακάτω, που αξίζει πολύ να το προσέξουμε όλοι μας. Ιδιαίτερα οι άρχοντες κι οι αρχόμενοι της μαρτυρικής αυτής νήσου, που φέρει το τιμητικό προσωνύμιο «Νήσος των Αγίων».

Ύστερα από την πτώση της βασιλίδος των πόλεων η τούρκικη βουλιμία προχωρεί και ένα - ένα κατακτά όλα τα τμήματα της Βυζαντινής μας αυτοκρατορίας. Χρόνια δύσκολα για τον Ελληνισμό. Χρόνια δραματικά. Χρόνια για τα οποία ο λαός τραγουδώντας τα θα λέει: «Όλα τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά»...

3. Το 1715 ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα - πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.

Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 η τουρκική στρατιά με επίκεφαλής τον σκληρό στρατηγό της επέδραμε και πολιόρκησε την πόλη κι απ' την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς εκζητούν του προστάτη αγίου τη μεσιτεία. Σάν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορώτερα το έργο τους. Απ' την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι' αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.

Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.
Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. ε', 3-5). Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ' αλήθεια ντροπιάζει ή διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πώς ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης άγιος του, δεν θά τον εγκαταλείψει.

Στόν ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.

-Άγιε Σπυρίδων, πατέρα μας. Λυπήσου μας. Λυπήσου τα παιδιά μας, τους γέροντες μας, τις γυναίκες μας... Λυπήσου τις εκκλησιές μας...
Με τέτοιες κι άλλες παρόμοιες επικλήσεις περνά η νύχτα.
Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ήμερα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σάν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ' αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στό μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;

Μα δεν το είπαμε; Η ελπίδα στον Θεό «ου καταισχύνει». Δεν ντρο πιάζει ποτές εκείνο που την έχει. Και να!

Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διεσκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν «χωρίς διώκον τος». Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Αληθινά! «Τον ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει». Και «αυτή εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». (Α' Ίωάν. ε', 4). Δηλαδή αυτή είναι η δύναμη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας.

Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή:

-Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ... δόξα τω ενεργούντι δια σου... Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου.

Τί ευλογία Θεού θα ήταν, αν και οι κάτοικοι της ευλογημένης αυτής νήσου, της μαρτυρικής Κύπρου μας, θυμόντουσαν κάπου - κάπου τις ρίζες τους και ζητούσαν, ναι! και ζητούσαμε όλοι από τις μυριάδες των αγίων μας τις πρεσβείες τους για την ευτυχία και την ελευθερία μας! Τις ζητήσαμε τελευταία το 1955-59 και μας τις πρόσφεραν. Κι η δράκα των πιστών παιδιών μας νίκησε κι εξευτέλισε μια αυτοκρατορία. Σωρεία τα θαύματα που έγιναν τότε. Θαύματα μεγάλα, αφάνταστα, τρανταχτά. Γιατί δεν τις ζητούμε και τώρα; Γιατί δεν μεταβάλλουμε το νησί μας από ένα χώρο αμαρτίας και διαφθοράς σε ένα στρατόπεδο προσευχής; Αλήθεια! Γιατί; Γιατί;

Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμα της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα εορτής του αγίου και λιτανεύσεως του ιερού Σκηνώματός Του.

Το θαύμα αυτό της σωτηρίας της νήσου, ακολούθησε κι άλλο θαύμα πολύ μεγάλο κι εξαιρετικό, αλλά και φοβερό στην όλη του εμφάνιση και παρουσία.

4. Ο αρχιναύαρχος του Ενετικού στόλου και διοικητής της νήσου Κερκύρας, Ανδρέας Πιζάνης, θέλοντας κατά ένα τρόπο πιο φανερό και πιο θεαματικό να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη του στον άγιο για τη σωτηρία, αποφάσισε να στήσει στον ναό ένα θυσιαστήριο ακόμη. Ένα θυσιαστήριο για να γίνεται επάνω σ' αυτό το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας κατά το Λατινικό δόγμα. Το θυσιαστήριο, αλτάριο κατά τους Λατίνους, θα κτιζόταν δίπλα στην Αγία Τράπεζα των Ορθοδόξων κι εκεί θα γινόταν από Λατίνο ιερέα η θεία Λειτουργία. Στή σκέψη του αυτή πολύ ενισχύθηκε ο Ενετός διοικητής και από ένα θεολόγο Λατίνο σύμβουλο του, κάποιο Φραγκίσκο Φραγγιπάνη. Ο τελευταίος θεώρησε την ευκαιρία μοναδική για να τοποθετήσει στο ναό του αγίου αλτάριο, δηλαδή αγία Τράπεζα φράγκικη και να τελείται μέσα στον ορθόδοξο ναό του αγίου η θεία Λειτουργία με άζυμα, κατά το δικό τους το δόγμα. Μετά τη γνωμοδότηση, που πήρε από τον σύμβουλο του ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης, κάλεσε τους ιερείς του Ναού και τους ανακοίνωσε τον σκοπό του και ζήτησε κατά κάποιο τρόπο από αυτούς και τη συγκατάθεση τους. Εκείνοι, όπως ήτο φυσικό, αρνήθηκαν κι υπέδειξαν, πώς αυτό θα ήταν μια καινοτομία ασύγγνωστη και επιζήμια και γι' αυτό δεν έπρεπε να γίνει. Στην άρνηση των ιερέων να συγκατατεθούν στην τοποθέτηση του αλταρίου, ο διοικητής τους απείλησε κι αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση του σχεδίου του χωρίς την άδεια τους. Οι ιερείς στην επιμονή του κατέφυγαν με δάκρυα στον άγιο τους και ζήτησαν με θερμή προσευχή, τη βοήθεια και την προστασία του. Ο διοικητής με το δικαιωμα που του έδινε η εξουσία, προσπάθησε ανεμπόδιστα να προχωρήσει στην εκτέλεση της παράνομης επιθυμίας του. Αλλά και ο άγιος, για να προλάβει μια τέτοια απαράδεκτη πράξη, παρουσιάστηκε δύο κατά συνέχεια νύκτες στον ύπνο του με το ένδυμα ορθόδοξου μονάχου και του συνέστησε να παραιτηθεί από την απόφαση του, διαφορετικά θα το μετάνοιωνε πολύ πικρά. Τρομαγμένος ο διοικητής κάλεσε τον σύμβουλο του και του φανέρωσε και τις δύο φορές την απειλή του αγίου. Ο θεολόγος σύμβουλος γέλασε και τις δύο φορές κι υπέδειξε πώς δεν έπρεπε αυτός ένας μορφωμένος άρχοντας να βασισθεί στα όνειρα, που είναι έργο, όπως του είπε, του διαβόλου και που σκοπό έχουν να παρεμποδίσουν και να ματαιώσουν ένα καλό και θεάρεστο έργο.

Τα λόγια του συμβούλου διασκέδασαν τον φόβο του διοικητού, ο οποίος μάλιστα την επομένη ήμερα 11 Νοεμβρίου 1718 ακολουθούμενος από τη συνοδεία του πρωί-πρωί ξεκίνησε για την εκκλησία του αγίου για να προσκυνήσει τάχατες το λείψανο και να ανάψει το καντήλι του. Ουσιαστικά όμως πήγε εκεί για να καταμετρήσει το μέρος που θα κτιζόταν το αλτάριο και να καθορίσει και τις διαστάσεις του, μήκος, πλάτος και ύψος.

Εκεί στον ναό για μια ακόμη φορά αγωνίστηκαν οι ιερείς με κάθε τρόπο, να τον αποτρέψουν από του να εκτελέσει το σχέδιο του. Άδικα, όμως. Ο άρχοντας, όχι μόνο δεν μεταπείσθηκε, αλλά και με σκληρό και βάναυσο τρόπο τους απείλησε πώς, αν του ξαναμιλούσαν γι' αυτό το θέμα, θα τους έστελλε φυλακή στη Βενετία.

Έφυγε ο διοικητής με τη συνοδεία του, με την απόφαση την επομένη το πρωί, δηλαδή στις 12 του Νοέμβρη, οι άνθρωποι του να ερχόντουσαν να. αρχίσουν το έργο. Οι ιερείς κι ένας αριθμός πιστών έμειναν εκεί, συνεχίζοντας με δάκρυα τις παρακλήσεις τους μπροστά στην ανοικτή λάρνακα, που περιείχε το σεπτό λείψανο.

Πέρασε η μέρα. Νύχτωσε. Κοντά στα μεσάνυχτα, όπως μας διηγείται ο υπέροχος χρονικογράφος Αθανάσιος ο Πάριος, στο βιβλίο του «ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ», βροντές και κεραυνοί συνταράζουν την πόλη. Ο σκοπός, που βρισκόταν στην είσοδο του φρουρίου κοντά στην πυριτιδαποθήκη βλέπει κάποιο μοναχό να προχωρεί μ' ένα δαυλό αναμμένο στο χέρι και να μπαίνει στο Φρούριο. Πρόφτασε και του φώναξε:

-Ποιός είσαι; Πού πάς; Μια φωνή του απήντησε. - Είμαι ο Σπυρίδων.

Την ίδια ώρα τρείς φλόγες βγήκαν από το καμπαναριό της εκκλησίας ενώ ένα χέρι άρπαξε τον σκοπό και τον πέταξε στην άλλη μεριά του κάστρου. Ο σκοπός έπεσε όρθιος χωρίς να πάθει τίποτα. Ταυτόχρονα μια δυνατή, εκκωφαντική έκρηξη ακούστηκε. Και το φρούριο τινάχτηκε στον αέρα με όλα τα γύρω σπίτια. Η καταστροφή υπήρξε τρομερή. Χίλια περίπου πρόσωπα σκοτώθηκαν. Ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης βρέθηκε νεκρός με τον τράχηλο ανάμεσα σε δύο δοκάρια. Και ο θεολόγος σύμβουλος του, νεκρός έξω από το τειχόκαστρο μέσα σε ένα χαντάκι, στο οποίο έτρεχαν τα ακάθαρτα νερά των αποχωρητηρίων της πόλεως. Το ασημένιο πολύφωτο κανδήλι, που έκανε δώρο ο άρχοντας στην εκκλησία του αγίου, κατέπεσε με αποτέλεσμα να καταστραφεί η βάση του. Το κανδήλι κρεμάστηκε πάλι στο ίδιο μέρος, όπου βρέθηκε πεσμένο. Έτσι με αλάλητη φωνή μαρτυρεί ως σήμερα τη συμφορά, που έγινε. Και στη Βενετία, εκεί μακρυά στη Βενετία, την ίδια στιγμή έπεσε κεραυνός στο μέγαρο του Ανδρέα Πιζάνη, τρύπησε τον τοίχο κι έκαψε το πορτραίτο του άρχοντα. Την εικόνα του. Μόνο την εικόνα του.

Ή τιμωρία παραδειγματική. Και το δίδαγμα από το περιστατικό μοναδικό. Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να συγχέεται με τον παπισμό. Η Ορθοδοξία είναι φως, αλήθεια, ζωή. Ο παπισμός σκοτάδι, αίρεση, πλάνη.

Την άλλη μέρα, μετά από αυτά που συνέβησαν, ο Λατίνος επίσκοπος διέταξε να σηκώσουν τα υλικά, που μετέφεραν από μπροστά στην εκκλησία και να ματαιώσουν το έργο που σκέφθηκαν να εκτελέσουν. Την ίδια μέρα ο λαός της Κέρκυρας, μαζεμένος στον ιερό ναό του αγίου ψάλλει με αγαλλίαση και χαρά στον ακοίμητο προστάτη της νήσου:

Ως των Ορθοδόξων υπέρμαχον, και των κακοδόξων αντίπαλον, Παμμακάριστε Σπυρίδων, ευφημούμεν oι πιστοί και υμνούμέν σε, και δυσωπούμέν σε, φυλάττειν τον λαόν και την πάλιν σου, πάσης κακοδοξίας και επιδρομής βαρβάρων απρόσβλητον...

Θα ήταν αληθινή ευλογία από τον Θεό, αν οι λέξεις αυτές τούτου του ύμνου γίνονταν για τον κάθε κάτοικο αυτής της νήσου μήνυμα προσευχής και καθημερινό βίωμα. Μήνυμα προσευχής... Η επανάληψη κάποιων αληθειών, μπορεί να είναι μερικές φορές κουραστική κι ανιαρή. Οπωσδήποτε, όμως, ωφέλιμη.

Στήν προς Φιλιππησίους επιστολή του, κεφάλαιο γ' και στίχος 1 ο θείος Παύλος χρησιμοποεί την επανάληψη λέγοντας: «Το λοιπόν, αδελφοί μου, χαίρετε εν Κυρίω' τα αυτά γράφειν υμίν εμοί μεν ουκ οκνηρόν, υμίν δε ασφαλές». Δηλαδή, αδελφοί μου, η προτροπή, που υπολείπεται να σας κάμω, είναι τούτη. Χαίρετε πάντα τη χαρά, που φέρνει στον καθένα η στενή σχέση και επικοινωνία με τον Κύριο. Σάς το είπα και προηγουμένως. Το να σας το ειπώ και πάλι γράφοντας σας τα ίδια, σε μένα τούτο δεν προκαλεί ενόχληση' ούτε και βαριέμαι να το κάμω. Σε σας, όμως, τούτο είναι ασφάλεια.

Γράψαμε πιο πάνω πόσο μεγάλη τιμή είναι για την Κύπρο μας να έχει κοντά στον Κύριο ένα τέτοιο πρεσβευτή σαν τον άγιο Σπυρίδωνα. Γεννάται, όμως, το ερώτημα:

Συνειδητοποιούμε όλοι οι χριστιανοί αυτή την τιμή; Φροντίζουμε με έργα και την όλη ζωή μας να δείχνουμε τον σεβασμό και την εκτίμηση μας στον μεγάλο άγιο μας και προστάτη μας; Γιορτάζουμε καθώς πρέπει τη μνήμη του; Κι ακόμη φροντίζουμε στις ποικίλες μας περιστάσεις και δυσκολίες να προστρέξουμε με πίστη φλογερή στον Κύριο και να εκζητούμε δια των πρεσβειών των Αγίων της Κύπρου μας κι ιδιαίτερα δια των πρεσβειών του αγίου Σπυρίδωνος το έλεος του Κυρίου; Η πραγματικότητα δυστυχώς, όπως τη ζούμε, μας διαψεύδει. Κι όμως είναι καιρός να συνέλθουμε. Άς είναι και τη δωδέκατη παρά... είναι ανάγκη να συνέλθουμε και να καταφύγουμε στον «δυνάμενον σώζειν» και με καρδία «συντετριμμένην και τεταπεινωμένην» να ζητήσουμε τη βοήθεια του. Και θα μας ακούσει ο Κύριος. Ναι! Θα μας ακούσει.

Γιατί, όπως ψάλλει κι ο θεοφώτιστος ψαλμωδός, ο Κύριος είναι πάντα κοντά σ' εκείνους που τον επικαλούνται. «Εγγύς Κύριος πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν, πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν εν αλήθεια. Θέλημα των φοβούμενων αυτών ποιήσει κοίτης δεήσεως αυτών εισακούσεται και σώσει αυτούς» (Ψαλμ. ρμδ', 18-19). Ακούει ο Κύριος εκείνους που τον επικαλούνται με ειλικρίνεια και αγνά ελατήρια. Τους ακούει και τους προσφέρει αυτό που του ζητούν. Κι εμάς θα μας ακούσει και θα μας δώσει αυτό που θα του ζητήσουμε: Τη λύτρωση από τα δεινά, την ποθητή ελευθερία. «Πιστός ο Θεός, ός ουκ εάσει ημάς πειρασθήναι υπέρ ο δυνάμεθα, αλλά ποιήσει συν τω πειρασμώ και την έκβασιν του δύνασθαι ημάς υπενεγκείν» (Α' Κορ. ι', 13). Είναι άξιος κάθε εμπιστοσύνης ο Θεός. Και, σύμφωνα με τις υποσχέσεις του, δεν θα μας αφήσει να δοκι μασθούμε παραπάνω από ό,τι αντέχουμε. Κάτι περισσότερο. Μαζί με τη δοκιμασία θα φέρει και το τέλος της, καθώς και τη δύναμη να την αντέξουμε. Αλλά και κάτι άλλο, που πρέπει πάντα να το θυμόμαστε. Ο ίδιος ο Κύριος μας βεβαιώνει πώς πάντα ακούει τις προσευχές των πιστών παιδιών του. «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν» μας λέγει. «Ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. ζ', 7).

Είναι καιρός το νησί μας, «η Νήσος των Αγίων» να ξαναγίνει ένα στρατόπεδο προσευχής, αν θέλουμε να ιδούμε καλύτερες μέρες. Είναι καιρός να σταματήσει από όλους η ανόητη συνήθεια, που δέρνει τα τελευταία χρόνια τούτο τον μαρτυρικό τόπο• «των οικιών ημών εμπιπραμένων» εμείς να μην έχουμε άλλη έγνοια παρά μόνον τα καρναβάλια και τις δισκοθήκες!

Είναι καιρός πια να συνέλθουμε. Είναι καιρός να ανανήψουμε. Είναι καιρός όσοι ποθούμε να ιδούμε καλύτερες μέρες να φροντίσουμε να παραδειγματισθούμε από τη ζωή των άλλων, σε παρόμοιες σαν και τη δική μας περιστάσεις. Αυτό που έγινε στην Κέρκυρα το 1940-41 είναι όχι απλώς ενδεικτικό, αλλά αποδεικτικό της αξίας της μετανοίας και επιστροφής στον Χριστό. Αναφέρουμε το παράδειγμα αυτό, όχι γιατί είναι μοναδικό, άλλα μια και μιλούμε για το καύχημα της Ορθοδοξίας, τον άγιο Σπυρίδωνα και το ευλογημένο νησί που κατέχει το άγιο Σκήνωμά του, το βρίσκουμε επίκαιρο.

Όταν στις 28 του Οκτώβρη του 1940 μας κτύπησαν οι Ιταλοί, οι Κερκυραίοι έβαλαν τελεία και παύλα, όπως λέμε στην προηγούμενη ζωή τους. Με συντριβή ψυχής στράφηκαν προς την Εκκλησία και με βαθιά πίστη άρχισαν να επιζητούν από τον Προστάτη τους τον άγιο Σπυρίδωνα, τις ικεσίες και τη βοήθεια του για τη σωτηρία της Ελλάδος μας, και ιδιαίτερα της νήσου των. Το αποτέλεσμα της αλλαγής της ζωής τους, έφερε το ποθούμενο. Μολονότι τρείς μέρες μετά την επίθεση ενάντια στην Ελλάδα μας η Κέρκυρα δεχόταν την πρώτη και επί ένα έτος τις καθημερινές αεροπορικές επιθέσεις των Ιταλών αεροπόρων, εν τούτοις οι ζημιές υπήρξαν ελάχιστες.

Κατά τις επιδρομές αυτές που δεν σταμάτησαν ούτε και τα Χριστούγεννα συνέβαινε κάτι το πολύ περίεργο. Άν και τα Ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν συνήθως πολύ χαμηλά, μια και η Κέρκυρα δεν διέθετε αντιαεροπορική άμυνα, εν τούτοις οι βόμβες τους κατά κανόνα δεν έπεφταν μέσα στην πόλη, αλλά μακρυά στη θάλασσα. Λες και κάποιο χέρι τις έσπρωχνε εκεί. Κι όταν κάποτε σ' ένα βομβαρδισμό μια βόμβα έπεσε στόν γυναικωνίτη της εκκλησίας του αγίου, που ας σημειωθεί ήταν γεμάτη από γυναικόπαιδα, η βόμβα δεν εξερράγη. Ο πυροδοτικός της μηχανισμός δεν λειτούργησε. Ο άγιος δεν το επέτρεψε. Ποιος μπορεί σ' αυτή, μα και σ' άλλη παρόμοια περίπτωση να σιωπήσει και να μην αναφωνήσει: «Δοξασμένον το Πανάγιον Όνομα σου εις τους αιώνας, γλυκύτατε Ιησού».

Πολύ χαρακτηριστικό είναι το του Παροιμιαστού. Και αξίζει να το ενθυμούμαστε πάντοτε. «Εγώ τους εμέ φιλούντας αγαπώ. οι δε εμέ ζητούντες ευρήσουσι χάριν». Όσους με αγαπούν, δηλαδή, εγώ τους αγαπώ. Κι όσοι με ζητούν θα βρουν μεγάλη χάρη και ευλογία. Καιρός να το καταλάβουμε. Καιρός ακόμη να συνειδητοποιήσουμε όλοι μας, ότι αληθινή ευτυχία και χαρά, χαρά ατομική και εθνική, μόνον κοντά στον Χριστό μπορεί να υπάρξει.
Οι κάτοικοι της Κέρκυρας σε κάθε δυσκολία δεν παραλείπουν από του να καταφεύγουν στον άγιο και να εκζητούν με πίστη φλογερή τη μεσιτεία του. Σ' αυτή τους τη ζηλευτή συνήθεια ας τους μιμηθούμε κι εμείς. Μεγάλο θα είναι το κέρδος μας. Το μαρτυρεί η πίστη μας. Το βεβαιώνει η ιστορία του αγίου.

Άπειρα είναι τα θαύματα του. Γι' αυτό και δεκάδες πολλές τα χρυσά κανδήλια, δώρα ευλαβών ψυχών που κρέμονται πάνω και γύρω από τη λάρνακα, που φιλοξενεί το άγιο λείψανο Του. Όλα αυτά δείχνουν και μαρτυρούν τη βαθιά εκτίμηση κι ευλάβεια στο πρόσωπο του αγίου μας από μέρους των ευεργετηθέντων. Ογδόντα ναοί στην Ελλάδα μας διακηρύττουν τον σεβασμό του φιλόθρησκου Ελληνικού λαού στη μνήμη του. Από όλα τα μέρη του κόσμου χιλιάδες πιστοί αναλαμβάνουν ταξίδια μακρινά κάθε χρόνο για να πάνε στη χάρη του, να προσκυνήσουν το άγιο Σκήνωμά του και να παρακολουθήσουν τις συγκινητικές και θεαματικές λιτανεύσεις του. Τέτοιες λιτανεύσεις γίνονται τέσσερις τον χρόνο. Μια κατά το Μ. Σάββατο σε ανάμνηση της απαλλαγής της νήσου από τη σιτοδεία. Δεύτερη κατά την Κυριακή των Βαΐων σε ανάμνηση της απαλλαγής της νήσου από την τρομερή επιδημία της πανώλους (πανούκλας). Τρίτη η λιτανεία της 11ης Αυγούστου για ανάμνηση της σωτηρίας της νήσου από την τουρκική εκστρατεία. Και τέταρτη κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου για να θυμούνται τη δεύτερη θαυμαστή απαλλαγή της νήσου από την πανώλη.

Με πίστη βαθιά κάθε φορά κι ευλάβεια συγκινητική τρέχει ο κόσμος στη χάρη του να προσκυνήσει το άγιο λείψανο του και με δάκρυα να εκζητήσει τη μεσιτεία του. Νοερά ας μεταφερθούμε κι εμείς ως εκεί. Κι αφού με σεβασμό κλίνουμε το γόνυ της ψυχής μπροστά στην άγια μορφή του, ας του ψιθυρίσουμε ικετευτικά:


Άγιε Σπυρίδων Πατέρα μας.
Ένα μεγάλο μέρος του νησιού μας,
της μαρτυρικής Κύπρου μας, στενάζει σήμερα
κάτω από τα πόδια του βάρβαρου Αγαρηνού.
Η εκκλησία σου στην Τριμυθούντα, στο χωριό που
έζησες και υπηρέτησες δεν λειτουργιέται πια.
Είναι κλειστή.
Στόν τάφο σου να πάμε και με κλάματα να σε
παρακαλέσουμε να μας βοηθήσεις, δεν μπορούμε.
Λυπήσου μας. Πατέρα, κι άκουσε την ικεσία μας!
Φταίξαμε τ' ομολογούμε. Παρασυρθήκαμε...
Όμως, με σπαραγμό ψυχής το συναισθανόμαστε
και μετανοούμε.
Μετανοούμε και με δάκρυα ζητούμε
το έλεος του Κυρίου μας.
Δεήσου κι εσύ, Άγιε μας, να μας λυπηθεί
Να μας λυπηθεί και για χάρη σου
να μας σπλαγχνιστεί Και να μας συγχωρήσει.
Ζήτησε του να μας φωτίσει, ώστε στο μέλλον
να μη παρασυρόμαστε. Μα να μένουμε
μέχρι θανάτου πιστοί στο θέλημα του.
Κι όπως άλλοτε για χάρη σου έσωσε την αγαπημένη σου
Κέρκυρα,1 έτσι και τώρα για χάρη δικιά σου,
να σώσει κι εμάς.
Στο ζητούν, Άγιε Πατέρα, οι χαροκαμένες μάνες.
Στο ζητούμε τα παιδιά σου!
Σε Ικετεύουμε οι πατριώτες σου!
Δώσε πια να λυτρωθούμε από τα δεινά,
που μας βρήκαν
κι από τη σκλαβιά του Τούρκου κατακτητή.
Δώσε ακόμη να ενωθούμε και με τη Μάνα μας,
την Ελλάδα, για να μπορούμε όλοι μαζί
οι Πανέλληνες να σου ψάλλουμε ευλαβικά:


Χαίροις Τριμυθούντος η καλλονή. Χαίροις Κερκυραίων ο σοφώτατος ιατρός. Χαίροις της Τριάδος ο Θείος μυστολέκτης. Κυπρίων μέγα κλέος. Σπυρίδων Άγιε.
 

Απολυτίκιο
Ήχος α'

Της Συνώδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος, και θαυ ματουργός, θεοφόρε Σπυρίδων, Πατήρ ημών διό νεκρό; συ εν τάφω προσφωνείς, και όφιν είς χρυσούν μετέβαλες• και εν τω μέλπειν τάς αγίας σου ευχάς, Αγγέλους έσχες συλλειτουργούν τάς σοι, Ιερωτάτε. Δόξα τω σε δοξάσαντι• δόξα τω σε στεφανώ σαντι• δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

Εξήγηση: Άγιε Σπυρίδων, Πατέρα μας, ανίκητος υπερασπιστής της Ορθοδοξίας αναδείχθηκες στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, μα και θαυματουργός. Ναι! θαυματουργός. Γιατί και με νεκρή κόρη, που ήταν στον τάφο συνομίλησες και φίδι μετέβαλες σε χρυσάφι. Αλλά και όταν, Ιερώτατε, έψαλλες τις αγίες προσευχές σου, Άγγελοι κατέβαιναν και λειτουργούσαν μαζί σου. Δοξασμένος να 'ναι ο Θεός που σε δόξασε• δοξασμένος να 'ναι ο Θεός, που σε τίμησε με το στεφάνι της αγιωσύνης• δοξασμένος να ναι ο Θεός, που με τις προσευχές σου δίνει σε όλους μας θεραπείες.
 

Μεγαλυνάριο

Χαίροις των θαυμάτων ο ποταμός•
Χαίροις ασθενούντων, και πασχόντων ο ιατρός•
Χαίροις των λογίων του Πνεύματος ο σπόρος,
Σπυρίδων Τριμυθούντος, ποιμήν τρισόλβιε.
Χαίροις Τριμυθούντος η καλλονή,
Χαίροις ασθενούντων, και πασχόντων ο ιατρός,
Χαίροις των Πατέρων, ωράϊσμα και κλέος,
Τρισόλβιε Σπυρίδων, σε μεγαλύνομεν.
 

Πρέσβευε Σπυρίδων θαυματουργέ, υπέρ Ορθοδόξων, και εμού του αμαρτωλού, όπως των πταισμάτων, την λύτρωσιν λαβόντες, παρά Θεού σε πάντες, πόθω γεραίρομεν.