Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Κυριακή του Αντιπάσχα (του Θωμά), κατά Ιωάννη 20: 19-31


ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
 Ούσης ουν οψίας τη ημέρα εκείνη τη μία των σαββάτων, και των θυρών κεκλεισμένων όπου ήσαν οι μαθηταί συνηγμένοι δια τον φόβον των Ιουδαίων, ήλθεν ο Ιησούς και έστη εις το μέσον, και λέγει αυτοίς∙ ειρήνη υμίν. και τούτο ειπών έδειξεν αυτοίς τας χείρας και την πλευράν αυτού. εχάρησαν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον. Είπεν ουν αυτοίς ο Ιησούς πάλιν∙ ειρήνη υμίν∙ καθώς απέσταλκέ με ο πατήρ, καγώ πέμπω υμάς. και τούτο ειπών ενεφύσησε και λέγει αυτοίς∙ λάβετε Πνεύμα Άγιον∙ αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς∙ αν τινων κρατήτε, κεκράτηνται.
   Θωμάς δε εις εκ των δώδεκα, ο λεγόμενος Δίδυμος, ουκ ην μετ΄ αυτών ότε ήλθεν ο Ιησούς. έλεγον ουν αυτώ οι άλλοι μαθηταί∙ εωράκαμεν τον Κύριον. ο δε είπεν αυτοίς∙ εαν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρα μου εις την πλευράν αυτού, ου μη πιστεύσω. Και μεθ’ ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι μαθηταί αυτού και Θωμάς μετ΄αυτών. έρχεται ο Ιησούς των θυρών κεκλεισμένων, και έστη εις το μέσον και είπεν∙ ειρήνη υμίν. είτα λέγει τω Θωμά∙ φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός. και απεκρίθη Θωμάς και είπεν αυτώ∙ ο Κύριός μου και Θεός μου. λέγει αυτώ ο Ιησούς∙ ότι εώρακάς με πεπίστευκας∙ μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες.
 Πολλά μεν ουν και άλλα σημεία εποίησεν ο Ιησούς ενώπιο των μαθητών αυτού, α ουκ έστι γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω∙ ταύτα δε γέγραπται ίνα πιστεύσητε ότι Ιησούς εστιν ο Χριστός ο υιός του Θεού, και ίνα πιστεύσοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού.
Απόδοση
 Την ίδια εκείνη μέρα, δηλαδή την πρώτη μετά το Σάββατο, όταν βράδιασε και ενώ οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι κάπου με κλειστές τις πόρτες, επειδή φοβούνταν τις ιουδαϊκές αρχές, ήρθε ο Ιησούς, στάθηκε στη μέση και τους λέει: «Ειρήνη σ’ εσάς. Κι όταν το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του. Οι μαθητές χάρηκαν που είδαν τον Κύριο. Ο Ιησούς τους είπε πάλι: «Ειρήνη σ’ εσάς. Όπως ο Πατέρας έστειλε εμένα, έτσι στέλνω κι εγώ εσάς». Έπειτα από τα λόγια αυτά, φύσηξε στα πρόσωπά τους και τους λέει: «Λάβετε Άγιο Πνεύμα. Σε όποιος συγχωρήσετε τις αμαρτίες, θα τους είναι συγχωρημένες∙ σε όποιους τις κρατήσετε ασυγχώρητες, θα κρατηθούν έτσι».
 Ο Θωμάς όμως, ένας από τους δώδεκα μαθητές, που λεγόταν Δίδυμος, δεν ήταν μαζί τους όταν ήρθε ο Ιησούς. Του έλεγαν λοιπόν οι άλλοι μαθητές: «Είδαμε τον Κύριο με τα μάτια μας». 
Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ αν δεν δω στα χέρια του τα σημάδια από τα καρφιά, και δε βάλω το δάκτυλό μου στα σημάδια από τα καρφιά, και δε βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά του, δε θα πιστέψω». Οχτώ μέρες αργότερα οι μαθητές ήταν πάλι μέσα στο σπίτι, μαζί τους κι ο Θωμάς. Έρχεται ο Ιησούς, ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, στάθηκε στη μέση και είπε: «Ειρήνη σ’ εσάς». Έπειτα λέει στο Θωμά: «Φέρε εσύ το δάκτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, και φέρε το χέρι σου και βάλτ΄ το στην πλευρά μου. Και μην αμφιβάλλεις, αλλά πίστευε». Ο Θωμάς του αποκρίθηκε: « Εσύ είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Του λέει τότε ο Ιησούς: «Πείστηκες επειδή με είδες με τα μάτια σου∙ μακάριοι εκείνοι που χωρίς να με έχουν δει πιστεύουν».
 Ο Ιησούς έκανε βέβαια και πολλά άλλα θαύματα μπροστά στους μαθητές του, που δεν είναι γραμμένα σ΄ αυτό εδώ το βιβλίο. Αυτά όμως γράφτηκαν για να πιστέψετε πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού, και πιστεύοντας να έχετε δι’ αυτού τη ζωή.
Σχολιασμός
 Η Κυριακή μετά το Πάσχα ονομάζεται Αντίπασχα ή Κυριακή του Θωμά. Η έννοια του Αντίπασχα αποτελεί έμμεση αναφορά στην μετά την ανάσταση του Ιησού Χριστού περίοδο αφού είναι η επόμενη Κυριακή από την Κυριακή του Πάσχα. Επίσης η ονομασία Κυριακή του Θωμά αναφέρεται στη  συνάντηση του αναστημένου Ιησού Χριστού με τους Μαθητές του, και το γεγονός της ψηλάφησης του Θωμά.
 Ο Χριστός μετά την ανάστασή του εμφανιζόταν στους μαθητές Του  για σαράντα μέρες ,όπως και στη συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή που έχουμε δύο εμφανίσεις του Ιησού Χριστού, τις οποίες περιγράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Η πρώτη εμφάνιση του Ιησού Χριστού έγινε την ίδια ημέρα της ανάστασης, μπαίνοντας ο Ιησούς Χριστός στο σπίτι που ήταν μαζεμένοι οι μαθητές, τους απηύθυνε το χαιρετισμό «ειρήνη υμίν»  και τους έδειξε τα σημεία του πάθους στα χέρια και την πλευρά του. Οι μαθητές χάρηκαν από την παρουσία του Κυρίου και ο Ιησούς φύσηξε στα πρόσωπά τους, επιφορτίζοντάς τους με αποστολή, η οποία είναι παρόμοια με εκείνη του Χριστού που έλαβε από τον Πατέρα του. Η επόμενη εμφάνισή του Ιησού γίνεται οχτώ μέρες αργότερα όταν ήταν παρών και ο απόστολος Θωμάς, ο οποίος απουσίαζε στην πρώτη εμφάνιση του Ιησού Χριστού και όταν ενημερώθηκε από του υπόλοιπους αποστόλους για την εμφάνιση του Κυρίου είπε ότι αν δε δει στα χέρια Του τα σημάδια από τα καρφιά και αν δε βάλει το δάκτυλό του στα σημάδια από τα καρφιά και το χέρι του στη λογχισμένη Του πλευρά δεν θα πιστέψει. Έτσι έχουμε και τη δεύτερη εμφάνιση του Κυρίου κατά την οποία καλεί τον απόστολο Θωμά να βάλει το χέρι του στις πληγές Του για να πειστεί για την Ανάστασή Του.
 Εάν εξετάσουμε τη μορφή των εμφανίσεων του Χριστού, όχι μόνο της συγκεκριμένης ευαγγελικής περικοπής, αλλά και σχεδόν όλων των άλλων που περιγράφουν οι ευαγγελιστές, θα δούμε ότι έχουν ορισμένα σταθερά στοιχεία. Το πρώτο στοιχείο που εντοπίζουμε είναι ότι η εμφάνιση του αναστημένου Χριστού γίνεται πάντοτε με δική Του πρωτοβουλία. Οι Αποστόλοι πάντοτε εκπλήσσονται γατί ποτέ δεν ανέμεναν την εμφάνισή Του. Το δεύτερο στοιχείο είναι ο χαιρετισμός που απευθύνει ο Χριστός προς τους μαθητές και η κλήση να μην φοβούνται και να έχουν εμπιστοσύνη, ότι αυτός που βλέπουν είναι ο Διδάσκαλός τους. Στη συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή που εξετάζουμε αυτό το στοιχείο εκφράζεται με την επίδειξη των πληγών Του από τον ίδιο τον Ιησού. Το τρίτο στοιχείο είναι η αναγνώριση από τους μαθητές και το τελευταίο αλλά πολύ σημαντικό η αποστολή την οποία αναθέτει ο Χριστός στους Αποστόλους. Ένα άλλο παράδειγμα ανάθεσης αποστολής είναι η Μαρία η Μαγδαληνή, στην οποία ο Χριστός δίνει την εντολή να αναγγείλει την ανάστασή Του στους μαθητές.
 Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή συναντούμε όλα αυτά τα στοιχεία και στις δύο εμφανίσεις του Χριστού. Ο Χριστός εμφανίστηκε με δική του πρωτοβουλία και τις δύο φορές που εμφανίστηκε στους μαθητές Του. Ακολούθησε το «ειρήνη υμίν» που ο Χριστός χαιρέτησε τους μαθητές του και αμέσως μετά τους έδειξε τα σημεία του πάθους Του. Τέλος τους λέει για την αποστολή που έχουν που είναι παρόμοια με εκείνη του Χριστού που έλαβε από τον Πατέρα Του. «Καθώς απέσταλκέ με ο πατήρ, καγώ πέμπω υμάς. και τούτο ειπών ενεφύσησε και λέγει αυτοίς∙ λάβετε Πνεύμα Άγιον∙ αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς∙ αν τινων κρατήτε, κεκράτηνται». Την ίδια περίπου δομή έχει και η δεύτερη εμφάνιση του Χριστού, την επόμενη Κυριακή, όταν ήταν παρών και ο απόστολος Θωμάς.
 Όπως ήδη αναφέραμε οι εμφανίσεις του Αναστάντος Κυρίου πραγματοποιήθηκαν «τη μία των Σαββάτων». Η Κυριακή, η ημέρα του Κυρίου λαμβάνει πλέον εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Ονομάζεται Κυριακή γιατί γίνεται η Ανάσταση του Κυρίου, ημέρα αφιερωμένη στη λατρεία του Αναστάντος Κυρίου. Εμφανίζεται στους μαθητές Του οι οποίοι ήταν συγκεντρωμένοι σε συγκεκριμένο χώρο, από εκεί ξεκινά η Εκκλησία τη σύναξη για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Η κατ’ εξοχήν σύναξη των πιστών γίνεται Κυριακή κατά την οποία τελείται η Θεία Λειτουργία και κατ’ αυτήν ο Χριστός είναι ο ίδιος παρών. Από εκείνες τις αποστολικές ημέρες έχουμε τις καταβολές της συναθροίσεως των Χριστιανών για να λατρεύσουμε το Θεό κατά την ημέρα της Κυριακής και ο Χριστός συνεχίζει να είναι παρών σ΄ όλες αυτές τις συνάξεις με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Άλλωστε είχε βεβαιώσει και ο ίδιος στους αποστόλους ότι «και ιδου εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας εώς της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28,20). Κεντρικό σημείο της Θείας Λειτουργίας είναι η κλάση του άρτου κατά την οποία ο Αναστημένος Κύριος προσφέρεται πλέον εις βρώσιν των πιστών. Πόσο σημαντικό γεγονός είναι η πράξη της «κλάσις του άρτου» φαίνεται σε  μια άλλη εμφάνιση του Αναστάντος Κυρίου, στους δύο μαθητές του που πορεύονταν προς τους Εμμαούς, εδώ ο Κύριος  ευλογεί τον άρτο και αφού τον κόβει δίνει στους δύο μαθητές. Η «κλάσις του άρτου» μια συνήθης πράξη μεταξύ του Κυρίου και των μαθητών Του πριν από το Πάθος γίνεται η αφορμή να καταλάβουν οι δύο μαθητές ότι αυτός ήταν ο Διδάσκαλος τους.
 Ο Χριστός χωρίς να του το ζητήσει ο Θωμάς τον βάζει να αγγίξει στις πληγές Του και τότε ο Θωμάς αναφώνησε: «ο Κύριός μου και Θεός μου». Πείστηκε ο Θωμάς αλλά έχουμε την απάντηση του Χριστού στην αντίδραση του Θωμά «ότι εώρακάς με πεπίστευκας∙ μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Κατά τον  Ιερό Χρυσόστομο «τούτο γαρ εστι πίστεως, το τα μη ορώμενα δέξασθαι» (ΕΠΕ Τόμος 14, 1,27).
  Αυτό είναι και το μεγαλείο της ορθοδόξου πίστεως και το μήνυμα της συγκεκριμένης περικοπής, να αποδέχεται κανείς εκείνα που δεν βλέπονται. Δύσκολο αν όχι και ακατόρθωτο για εμάς σήμερα αφού οι δυσκολίες της ζωής μας έκαναν να ζητάμε καθημερινά  να «δούμε» για να πειστούμε αλλά πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου το «εστι γαρ πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11,1). Πίστη σημαίνει σιγουριά γι’ αυτά που ελπίζουμε και βεβαιότητα γι΄ αυτά που δε βλέπουμε.

Ηλιάνα Κάουρα,  θεολόγος

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Χριστός Ανέστη


Κατηχητικός Λόγος Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου




 
 
Εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί λαμπρᾶς πανηγύρεως.
Εἴ τις εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ.
Εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαυέτω νῦν τό δηνάριον.
Εἴ τις ἀπό τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα.
Εἴ τις μετά τήν τρίτην ἦλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω.
Εἴ τις μετά τήν ἕκτην ἔφθασε, μηδέν ἀμφιβαλλέτω˙ καί γάρ οὐδέν ζημειοῦται.
Εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τήν ἐνάτην, προσελθέτω, μηδέν ἐνδοιάζων.
Εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τήν ἐνδεκάτην, μή φοβηθῆ τήν βραδύτητα˙ φιλότιμος γάρ ὤν ὁ Δεσπότης, δέχεται τόν ἔσχατον καθάπερ καί τόν πρῶτον˙ ἀναπαύει τόν τῆς ἐνδεκάτης, ὡς τόν ἐργασάμενον ἀπό τῆς πρώτης˙ καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ καί τόν πρῶτον θεραπεύει˙ κακείνω δίδωσι καί τούτω χαρίζεται˙ καί τά ἔργα δέχεται καί τήν γνώμην ἀσπάζεται˙ καί τήν πρᾶξιν τιμᾶ καί τήν πρόθεσιν ἐπαινεῖ. Οὐκοῦν εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ὑμῶν˙ καί πρῶτοι καί δεύτεροι τόν μισθόν ἀπολαύετε. Πλούσιοι καί πένητες μετ’ ἀλλήλων χορεύσατε˙ ἐγκρατεῖς καί ράθυμοι τήν ἡμέραν τιμήσατε˙ νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον. Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. Ὁ μόσχος πολύς, μηδείς ἐξέλθη πεινῶν. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως˙ πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν˙ ἐφάνη γάρ ἡ κοινή Βασιλεία. Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα˙ συγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε. Μηδείς φοβείσθω θάνατον˙ ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος. Ἔσβεσεν αὐτόν, ὑπ’ αὐτοῦ κατεχόμενος. Ἐσκύλευσε τόν ἅδην ὁ κατελθών εἰς τόν ἅδην. Ἐπίκρανεν αὐτόν, γευσάμενον τῆς σαρκός αὐτοῦ. Καί τοῦτο προλαβών Ἠσαϊας ἐβόησεν˙ ὁ ἅδης φησίν, ἐπικράνθη, συναντήσας σοι κάτω.
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ κατηργήθη.
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐνεπαίχθη.
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐνεκρώθη.
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ καθηρέθη.
Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐδεσμεύθη.
Ἔλαβε σῶμα καί Θεῶ περιέτυχεν.
Ἔλαβε γῆν καί συνήντησεν οὐρανῶ.
Ἔλαβεν ὅπερ ἔβλεπε καί πέπτωκεν ὅθεν οὐκ ἔβλεπε.
Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον;
Ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;
Ἀνέστη Χριστός καί σύ καταβέβλησαι.
Ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες.
Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν ἄγγελοι.
Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται.
Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐπί μνήματος.
Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο.
Αὐτῶ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
 
 
Ἑρμηνευτική ἀπόδοση
 
Ὅποιος εἶναι εὐσεβής καί φιλόθεος, ἄς ἀπολαύσει τήν ὡραία καί λαμπρή αὐτή ἑορτή.
Ὅποιος δοῦλος ἔχει διαθέσεις ἀγαθές, ἄς εἰσέλθει στή χαρά, γεμᾶτος μέ εὐφροσύνη πού χαρίζει ὁ ἀναστημένος Κύριός του.
Ὅποιος καταπονήθηκε μέ τή νηστεία, ἄς ἀπολαύσει τώρα τήν ἀμοιβή του.
Ὅποιος ἀπό τήν ἕκτη ὥρα ὑπηρέτησε τόν Κύριο, ἄς πάρει σήμερα τήν ἀμοιβή πού δικαιοῦται.
Ὅποιος προσῆλθε στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μετά τήν ἐνάτη, ἄς πάρει κι αὐτός πρόθυμα μέρος στήν Ἀναστάσιμη γιορτή.
Ὅποιος προσῆλθε μετά τήν δωδεκάτην, ἄς μήν ἔχει καμμιά ἀμφιβολία˙ καθόλου δέν θά τιμωρηθεῖ.
Ὅποιος καθυστέρησε κι ἦ ρθε μετά τήν τρίτην, ἄς πλησιάσει τόν Κύριο χωρίς κανένα δισταγμό καί φόβο.
Ὅποιος προσῆλθε κατά τήν πέμπτην ὥραν, ἄς μήν ἔχει κανένα φόβο, ὅτι τάχα, ἐπειδή ἔχει φτάσει καθυστερημένος, δέν θά τόν δεχθεῖ ὁ Θεός. Γιατί ὁ Κύριος δίνει πλουσιοπάροχα τίς δωρεές Του. Γι’ αὐτό δέχεται καί τόν τελευταῖο, μέ τήν ἴδια προθυμία πού εἶχε δεχτεῖ καί τόν πρῶτο. Χαρίζει ἀνάπαυση καί εἰρήνη σ’ ἐκεῖνον πού ἔφτασε ἀργά, ὅπως ἀκριβῶς κάνει καί μέ τόν πρῶτο. Ἐλεεῖ κι ἐκεῖνον πού ἔφτασε τελευταῖος, ἀλλά περιποιεῖται κι ἐκεῖνον πού πρῶτος ἦρθε. Καί στόν ἕναν δίνει καί στόν ἄλλο προσφέρει. Καί τά ἔργα τῆς ἀρετῆς δέχεται, ἀλλά καί τήν ἁπλή διάθεση ἀναγνωρίζει. Καί τήν πράξη τήν ἀγαθή τιμᾶ , ἀλλά καί τήν ἁπλήν πρόθεση ἐπαινεῖ.
Εἰσέλθετε λοιπόν ὅλοι στή χαρά τοῦ Κυρίου σας. Καί ἐκεῖνοι πού πρῶτοι φτάσατε κι ὅσοι ἤρθατε δεύτεροι, λάβετε τόν μισθόν σας. Πλούσιοι καί φτωχοί πανηγυρίστε. Ὅσοι ἐγκρατευτήκατε, ἀλλά κι ἐκεῖνοι πού ἔχετε βραδυπορήσει στήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τιμῆστε τήν σημερινή ἡμέρα.Ὅσοι νηστέψατε καί ἐκεῖνοι πού δέν νηστέψατε, εὐφρανθεῖτε σήμερα.Ἡ (Ἁγία Τράπεζα) εἶναι γεμάτη, ἀπολαύστε την ὅλοι. Ὁ Μόσχος εἶναι ἄφθονος καί ἀνεξάντλητος. Δέν ἐπιτρέπεται λοιπόν νά φύγει κάποιος πεινασμένος. Ὅλοι ἀπολαύστε τό Συμπόσιο πού παρατίθεται γιά τούς πιστούς. Ὅλοι ἀπολαύστε τά θεῖα δῶρα πού προσφέρει ἡ Θεία ἀγαθοσύνη. Κανένας πιά νά μή θρηνεῖ τή φτώχεια του, γιατί τώρα ἔγινε φανερή ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐκείνη πού προσφέρεται σ’ ὅλους ἐξίσου. Κανένας νά μήν κλαίει πιά τά πταίσματά του, γιατί συγχώρεσή μας εἶναι ὁ Ἀναστημένος. Κανένας ἄς μή φοβᾶται πιά τό θάνατο, γιατί ὁ θάνατος τοῦ Σωτήρα μας μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τό θάνατο καί τή φθορά.
Γιατί ἄν κι ὁ Σωτήρας μας κρατήθηκε ἀπό τό θάνατο, τελικά τόν ἐξαφάνισε. Ὁ Κύριός μας πού κατέβηκε στόν ἅδη ἅρπαξε κι ἀνέσυρε μαζί Του ὅσους κρατοῦσε ὁ ἅδης. Ὁ Κύριος πίκρανε τόν ἅδη, ὅταν ἐκεῖνος ὁ παμφάγος Τόν κατάπιε. Κι αὐτό ἦταν πού προβλέποντας το παλιά ὁ προφήτης Ἠσαϊας εἶχε βροντοφωνήσει: Χριστέ μου, ὅταν ὁ ἅδης ἐκεῖ κάτω στό σκοτάδι σέ συνάντησε, πικράνθηκε. Καί πολύ σωστά πικράνθηκε, γιατί ἀπό τότε καταργήθηκε.
Πικράνθηκε γιατί ξεγελάστηκε. Πικράνθηκε γιατί θανατώθηκε.
Πικράνθηκε γιατί ἔχασε πιά τήν ἐξουσία του.
Πικράνθηκε γιατί ὁ ἴδιος τώρα ὑποδουλώθηκε. Ἐκεῖνος, καθώς νόμιζε, εἶχε λάβει σῶμα θνητό καί βρέθηκε ἀπρόσμενα μπροστά σέ Θεό. Ἐκεῖνος εἶχε πάρει χῶμα ἀπό τή γῆ καί συνάντησε Θεό, πού εἶχε κατεβεῖ ἀπό τόν οὐρανό. Ἐκεῖνος εἶχε πάρει ἕνα σῶμα ὁρατό καί καταισχύνθηκε ἀπό τόν Ἀόρατο.
Ποῦ εἶναι λοιπόν ἅδη ἡ νίκη σου;
Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός καί ἔχεις πιά ὁριστικά κατανικηθεῖ.
Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός καί οἱ δαίμονες ἔχουν στά βάραθρα τῆς ἀπώλειας γκρεμιστεῖ.
Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός καί χαίρουν οἱ Ἄγγελοι.
Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός καί ἡ ζωή παντοῦ βασιλεύει.
Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός καί δέν θά μείνει πιά κανένας νεκρός στό μνῆμα. Γιατί μέ τήν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστός ἔγινε ἡ ἀρχή τῆς ἀναστάσεως ὅλων ὅσων ἔχουν κοιμηθεῖ. Σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ ἐξουσία στούς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.

Μεγάλο Σάββατο – Η κάθοδος του Χριστού μέχρι τα μελαγχολικά βασίλεια του θανάτου.(Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ)

Η Ακολουθία ήδη μας έδωσε όχι μόνον όλη την Χάρη αλλά και όλη την χαρά, τον καταρτισμό του νοήματος των Αγίων Ημερών. Αξιωθήκαμε να προχωρήσουμε λειτουργικώς μαζί με τον Κύριο από τον κήπο της Γεθσημανή μέχρι τον φρικτό Γολγοθά και μέχρι τον ζωηφόρο και ζωοδόχο Τάφο, τον ξένο Τάφο, στον οποίο φιλοξενήθηκε τριήμερος. Σημειώνω, αυτόν τον ξένο Τάφο, γιατί ο Κύριος ήλθε «εις τα ίδια και οι ίδιοι Αυτόν ουκ εδέχθησαν», ήλθε στους δικούς Του και οι δικοί Του δεν Του ανοίξανε και έμεινε διά βίου ένας ξένος. Ξένος για τον κόσμο, τον οποίο δημιούργησε. Ξένος για τον λαό τον περιούσιο, τον αγαπημένο. Ξένος ως τον θάνατό Του, που δεν βρέθηκε ούτε ένας τάφος να ανήκει στον Ίδιο για να Τον δεχθεί, αλλά φιλοξενήθηκε στον τάφο του δικαίου Ιωσήφ του Αριμαθαίου.
Σήμερα ο Κύριος έχει κατέβει στα ταμεία του Άδου. Λέει ο απόστολος Πέτρος, ότι εκεί κατέβηκε «ίνα και τοις εν φυλακή πνεύμασι κηρύξη». Κατέβηκε μέχρι τα αμειδή,(αγέλαστα-μελαγχολικά) βασίλεια του θανάτου, τα σκοτεινά, όπου δεν υπάρχει χαμόγελο ποτέ, να αναζητήσει «παγγενή τον Α­δάμ», όλη την ανθρωπότητα, από του Αδάμ και της Εύας μέχρι και εκείνων που είχαν πεθάνει ως την ώρα εκείνη.
Κατέβηκε μέχρι την Κόλαση και την φώτισε, και με την παρουσία Του η Κόλαση έγινε Παράδεισος, και τα πνεύματα τα κεκοιμημένα των δικαίων που είχαν ξεροσταλιάσει από την προσδοκία Του και από την λαχτάρα Του και από τον πόθο της λυτρώσεως, της ζωής, του φωτός, της χαράς, σκίρτησαν και αγαλλίασαν.
Όσο ο διάβολος πικραινόταν μαζί με το βασίλειό του, δεχόμενος μέσα σ’ αυτό την παρουσία του Νικητή της ζωής, τόσο τα πνεύματα των κεκοιμημένων Αγίων και Δικαίων χαίρονταν, ευφραίνονταν, αγάλλονταν, έσπευδαν να δεχθούν τον ζωοπάροχο ασπασμό, τον οποίο τους έδινε ο Κατελθών εις τον Αδη, για να σώσει μέχρις εκεί τον άνθρωπο. Και μετά από την Ανάσταση του Χριστού «πολλά σώματα των κεκοιμημένων» εκείνων Αγίων αναστήθηκαν και μπήκαν στην αγία πόλη των Ιεροσολύμων και εμφανισθήκανε σε πολλούς. Αυτό σημαίνει ότι επέτρεψε ο Θεός να γίνει μία μερική ανάσταση, όχι όλων των ανθρώπων αλλά μερικών προσφάτως κεκοιμημένων. Ανθρώπων, δηλαδή, οι όποιοι είχαν λίγο καιρό, λίγα χρόνια, αν θέλετε, πεθάνει, και τους θυμόντουσαν, τους ξέρανε. Μπορεί να είχαν πεθάνει πριν 20 χρόνια, αλλά υπήρχαν τόσοι άνθρωποι γύρω, οι οποίοι θυμόντουσαν ότι ο Ησαΐας εκείνος, ο Ιακώβ εκείνος, ο Ζαχαρίας εκείνος, η Εσθήρ εκείνη, ήταν ο γείτονας που έμενε δίπλα, ήταν ο φίλος μας, ήταν ο παππούς μας, ήταν ο θείος μας, η μάνα μας, ο πατέρας μας, ο μεγάλος μας αδελφός. Ήταν εύκολο να τους αναγνωρίσουν, και επέτρεψε ο Θεός να γίνει αυτό το μεγάλο θαύμα, για να μην υπάρξει το παραμικρό περιθώριο αμφισβητήσεως ποτέ, όχι μόνον της δικής Του Αναστάσεως, αλλά και της καθολικής αναστάσεως όλων των νεκρών.
Πιστεύω ότι δεν τον πολυαπασχολεί τον Χριστό, όσον άφορα τον Ίδιο, αν πιστέψουμε ή δεν πιστέψουμε στην Ανάστασή Του. Δεν έχει να χάσει ή να κερδίσει τίποτε. Τον απασχολεί και τον πολυαπασχολεί όμως, εάν δεν πιστέψουμε, διότι εμείς χανόμαστε, εμείς μένουμε έξω από την Άμπελο. Μένουμε ξερά κλήματα, τα οποία πρόκειται να κατακαούν στο μη σβεννύμενον ποτέ πυρ της Κολάσεως. Αυτό τον ενδιαφέρει. Να μη χαθούμε. Ειδ’ άλλως είτε πιστέψουμε είτε δεν πιστέψουμε ούτε δόξα του προσθέτουμε ούτε χάρη του αφαιρούμε, ούτε τίποτε. Αλλά για να πιστέψουμε και την Ανάσταση την δική Του και την προσδοκώμενη ανάσταση όλων μας κατά την ημέρα της Κρίσεως, κατά την οποία θα σημάνει η σάλπιγγα η αρχαγγελική και θα μας καλέσει. Και θα δώσει η γη πίσω ό,τι είχε λάβει, το χώμα θα αποδώσει το σώμα, η φωτιά ό,τι είχε καταλύσει, η θάλασσα ό,τι είχε καταπιεί, τα ζώα ό,τι είχαν κατασπαράξει. Θα αποδοθούν πίσω τα σώματα και ενωμένα με τη ψυχή θα αναστηθούν. Διότι «η ψυχή άπαξ και εγεννήθη δεν αποθνήσκει». Άλλος είναι ο θάνατος της ψυχής.
Η ψυχή δεν πρόκειται ποτέ να χάσει την αίσθηση του είναι, ότι δηλαδή υπάρχει, αλλά έχει δύο δυνατότητες. Εκείνο το είναι να το νιώθει ως “ευ είναι” ή να το νιώθει ως “φευ είναι”. Λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι όλοι βλέπουν το Θεό. Όλοι θα βλέπουν το άκτιστο Φως της θεότητος, αλλά οι μισοί θα χαίρονται, θα αγάλλονται, θα ευφραίνονται, θα πανηγυρίζουν, θα λένε: “ευ, ευ,  τί ωραία, τί καλά, τί ευχάριστα, τί χαρά είναι αυτή!” Οι άλλοι μισοί θα καταλέγονται, θα κατακαίονται, θα πάσχουν, θα υποφέρουν, θα λένε: “φευ, φευ, φευ!” Δηλαδή: “ωχ αλλοίμονο, ωχ αλλοίμονο, ω συμφορά μου!” Είναι εύκολο να το συλλάβουμε λίγο και από μακρυά; Όλοι μας περνάμε κατά καιρούς μία απλή γρίπη, μία ίωση. Όταν έχουμε γρίπη ή ίωση και βγούμε έξω στον ήλιο, δεν τον αντέχουμε. Αρχίζουμε και φταρνιζόμαστε και βήχουμε και τρέχουν τα μάτια μας και έρχεται «ρινικός κατάρρους», συνάχι, όλα αυτά, και τρέμουμε και λέμε: “αμάν, το γρηγορότερο να πάω να κλεισθώ μέσα να μη με βλέπει ο ήλιος”. Ο άλλος από δίπλα που είναι υγιής χαίρεται και λέει: “α! δόξα σοι ο Θεός! τί όμορφη μέρα είναι αυτή! ηλιόκαλη. Να κάτσουμε λίγο στον ήλιο να ζεσταθεί το κοκαλάκι μας, να ανασάνουμε, να χαρούμε!” Δεν φταίει ο ήλιος. Ο ίδιος είναι και για τον ένα και για τον άλλο. Η γρίπη φταίει. Η γρίπη είναι πού διώχνει τον ένα και τον στέλνει μέσα, η ίωση! Έτσι είναι και εδώ η αμαρτία, η αμετανοησία και η απιστία, η αθεΐα. Αυτή είναι η ασθένεια πού κάνει τον άνθρωπο να μην αντέχει να βλέπει τον νοητό Ήλιο της Δικαιοσύνης και να λέει: “φευ, φευ”, την ώρα που όλοι οι άλλοι φωνάζουν: “ευ, ευ, τί καλά, τί ωραία”.
Προσκυνήσαμε λοιπόν, ακολουθήσαμε το ξόδι της Ζωής, ψάλαμε τα λυρικώτατα Εγκώμια, τα οποία φέρουν έντονη τη σφραγίδα της λαϊκής ποιήσεως, και μάλιστα -χωρίς ίχνος σωβινισμού- της ελληνικής καρδιάς, της ελληνικής ευαισθησίας. Όλες οι άλλες ακολουθίες ενδεχομένως αντέχουν εξ ίσου σε όλες τις νοοτροπίες και σε όλες τις ψυχοσυνθέσεις. Τα εγκώμια έχουν αυτή την ευαισθησία, τη λεπτότητα, όχι απλώς τη μεσογειακή αλλά την ελληνική! Αυτή τη λαχτάρα, τη ζεστασιά της ελληνίδας μάνας! Όταν ακούς την Παναγία μέσα απ’ αυτά τα Εγκώμια να θρηνεί τον Υιό της, νομίζεις ότι είναι μια Ρωμηά μάνα, που κλαίει και θρηνεί το γιό της. Από κει επηρεασμένος και ο Ρίτσος έγραψε τον «Επιτάφιο»· έκανε την ωραία μουσική επένδυση με βάση την υμνωδία των Εγκωμίων ο Θεοδωράκης και ούτω καθ’ εξής, Είναι οι ύμνοι αυτοί, οι οποίοι αγγίζουν ιδιαίτερα του Έλληνα Ορθόδοξου Χριστιανού τις χορδές τις πιό λεπτές της καρδιάς του.
Συνοδεύσαμε λοιπόν στην τυπική εκείνη περιφορά το ξόδι της Ζωής «επ’ έλπίδι αναστάσεως». Όχι της δικής Του. Αυτήν την έχουμε σίγουρη. Αυτήν την ξέρουμε. Αυτήν τη γιορτάζουμε 365 ημέρες τον χρόνο! Κάθε μέρα η Εκκλησία ούτε λησμονεί ούτε παύει να γιορτάζει την Ανάσταση.
Κηρύσσει Χριστόν Εσταυρωμένο αλλά και ταυτόχρονα Αναστάντα εκ των νεκρών.
Ήδη έχουμε την κατάπαυση του Μεγάλου Σαββάτου. «Υπνεί η Ζωή» και το βράδυ τα σήμαντρα και οι καμπάνες θα μας συνάξουν να γιορτάσουμε την εκ νεκρών Ανάσταση του Κυρίου. Ας κάνουμε προσευχή να ετοιμάσει και τη δική μας ανάσταση ο Κύριος, η οποία να είναι ανάσταση όχι εις κρίση και κατάκριση αλλά να είναι ανάσταση εις ζωήν αιώνιον και συμβασιλεία μαζί Του, μαζί με όλη την Παναγία Τριάδα, τον άναρχο Πατέρα και το συναΐδιον Πνεύμα το Αγιον, μαζί με την Υπεραγία Θεοτόκο, μαζί με όλους τους Αγίους, τους προστάτες της Μονής, τον άγιο Νικόλαο, την αγία Αναστασία την Ρωμαία, τον άγιο Γρηγόριο, τον προσωπικό προστάτη του καθενός Άγιο, μαζί με όλους τους αγίους Αγγέλους και τους Αρχαγγέλους, και να χαιρόμαστε την μακαρία εκείνη χαρά της Βασιλείας, όπου «ήχος καθαρός εορταζόντων και βοώντων απαύστως το: Κύριε δόξα σοι».
(Περιοδικό «Ο Όσιος Γρηγόριος», αριθ. 34)

Αναδημοσίευση: kantonopou's blog

Μεγάλο Σάββατο: Ο Νικητής του θανάτου

Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου
Σήμερα λοιπόν ο Κύριός μας περιοδεύει στον Άδη. Σήμερα συνέτριψε τις χάλκινες πύλες και τους σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε την ακριβολογία. Δεν είπε, άνοιξε τις πύλες, αλλά «συνέτριψε τις χάλκινες πύλες», για να αχρηστεύσει το δεσμωτήριο.Δεν αφαίρεσε τους μοχλούς, αλλά τους συνέτριψε, για να αχρηστεύσει τη φυλακή. Όπου βέβαια δεν υπάρχει ούτε μοχλός ούτε θύρα, και αν κάποιος εισέλθει, δεν εμποδίζεται να εξέλθει. Όταν λοιπόν συντρίψει ο Χριστός, ποιος θα μπορέσει να διορθώσει; Οι βασιλείς όταν πρόκειται να αφήσουν ελεύθερους τους φυλακισμένους, δεν κάνουν αυτό που έκανε ο Χριστός, αλλά δίνουν διαταγές και αφήνουν στη θέση τους και τις πόρτες και τους φύλακες, δείχνοντας μ’ αυτό πώς θα χρειαστεί να μπουν πάλι εκεί μέσα ή εκείνοι που αποφυλακίστηκαν ή κάποιοι άλλοι στη θέση τους. Αλλά ο Χριστός δεν ενεργεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Θέλοντας να δείξει ότι καταργήθηκε ο θάνατος, συνέτριψε τις χάλκινες πύλες του. Και τις ονόμασε χάλκινες όχι επειδή ήταν από χαλκό, αλλά για να δηλώσει τη σκληρότητα και την αδιαλλαξία του θανάτου. Και για να μάθεις ότι ο χαλκός και ο σίδηρος εκφράζουν την ακαμψία και τη σκληρότητα, άκουσε τι λέει σε κάποιον αδιάντροπο: «Τα νεύρα σου είναι από σίδηρο και ο τράχηλος και το μέτωπό σου από χαλκό». Και εκφράστηκε έτσι όχι διότι είχε σιδερένια νεύρα ή χάλκινο μέτωπο, αλλά επειδή έδειχνε πως είναι αυστηρός, αδιάντροπος και σκληρός. Θέλεις να μάθεις πόσο αυστηρός και άκαμπτος και ασυγκίνητος είναι ο θάνατος; Κανένας δεν τον κατάφερε ποτέ ν’ αφήσει ελεύθερο κάποιον από τους αιχμαλώτους του, έως ότου ήρθε και τον ανάγκασε ο Κύριος των αγγέλων. Πρώτα λοιπόν συνέλαβε και φυλάκισε εκείνον (το θάνατο) και ύστερα του πήρε ό,τι του ανήκε. Γι’ αυτό προσθέτει: «Θησαυροί που βρίσκονται στο σκοτάδι και είναι κρυμμένοι και δεν φαίνονται». Αν και αναφέρεται σε ένα πράγμα, η σημασία του είναι διπλή. Υπάρχουν, δηλαδή, τόποι σκοτεινοί, οι οποίοι μπορεί πολλές φορές να φωτιστούν, αν τοποθετήσουμε μέσα τους λυχνία και φως. Οι χώροι όμως του Άδη ήταν πολύ σκοτεινοί και θλιβεροί και ποτέ δεν μπήκαν μέσα του ακτίνες φωτός, γι’ αυτό και τους χαρακτήρισε σκοτεινούς και αόρατους. Επειδή ήταν στην πραγματικότητα σκοτεινοί μέχρι τη στιγμή που κατέβηκε σ’ αυτούς ο Ήλιος της δικαιοσύνης και τους κατελάμπρυνε με το φως του και έκανε τον Άδη ουρανό. Γιατί όπου βρίσκεται ο Χριστός, ο τόπος μεταβάλλεται σε ουρανό. Εύλογα ονομάζει τον Άδη σκοτεινό θησαυροφυλάκιο, γιατί εκεί υπήρχε σωρευμένος πολύς πλούτος. Πραγματικά, όλο το ανθρώπινο γένος που αποτελούσε πλούτο του Θεού ληστεύτηκε από τον διάβολο που εξαπάτησε τον πρωτόπλαστο και τον υποδούλωσε στο θάνατο. Το ότι το ανθρώπινο γένος αποτελούσε πλούτο του Θεού, το αποδεικνύει και ο Παύλος με όσα λέει: «Ο Κύριος είναι πλούσιος σε όλους και ιδιαίτερα σ’ εκείνον που τον επικαλείται». Όπως, λοιπόν, ένας βασιλιάς, όταν συλλάβει κάποιον ληστή, που λήστευε τις πόλεις, που άρπαζε από παντού, που κρυβόταν μέσα σε σπηλιές και αποθήκευε εκεί τα κλεμμένα πλούτη, αφού φυλακίσει τον ληστή, εκείνον μεν τον παραδίνει σε τιμωρία, τους δε θησαυρούς του μεταφέρει στα βασιλικά ταμεία, έτσι έκανε και ο Χριστός, με το θάνατό Του φυλάκισε τον ληστή και τον δεσμοφύλακα, δηλαδή τον διάβολο και το θάνατο, και μετέφερε όλα τα πλούτη, εννοώ το ανθρώπινο γένος, στα βασιλικά ταμεία. Αυτό δηλώνει και ο Παύλος λέγοντας: «Ο Κύριος μάς λύτρωσε απ’ την υποδούλωσή μας στο σκοτάδι και μάς μετέφερε στο βασίλειο της αγάπης του». Και το πιο σπουδαίο είναι ότι ασχολήθηκε με το γεγονός αυτό ο Ίδιος ο βασιλιάς, τη στιγμή που κανένας άλλος βασιλιάς δεν κατδέχτηκε να κάνει κάτι παρόμοιο, αλλά δίνει εντολή στους υπηρέτες του να ελευθερώσουν τους φυλακισμένους. Εδώ όμως δεν συνέβη έτσι, αλλά ήρθε ο Ίδιος ο βασιλιάς στους φυλακισμένους και δε ντράπηκε ούτε τη φυλακή ούτε τους φυλακισμένους. Γιατί ήταν αδύνατο να ντραπεί το πλάσμα Του. Και συνέτριψε τις πύλες και διέλυσε τους μοχλούς και κυριάρχησε στον Άδη και εξαφάνισε όλη τη φρουρά και, αφού συνέλαβε δέσμιο τον δεσμοφύλακα (τον θάνατο), επανήλθε σ’ εμάς. Ο τύραννος μεταφέρθηκε αιχμάλωτος, ο ισχυρός δεμένος. Ο ίδιος ο θάνατος πέταξε τα όπλα του και έτρεξε άοπλος και δήλωσε υποταγή στο βασιλιά.
Είδες τι αξιοθαύμαστη νίκη; Είδες τα κατορθώματα του σταυρού; Να σου πω και κάτι άλλο πιο αξιοθαύμαστο; Αν μάθεις με ποιον τρόπο νίκησε ο Χριστός, ο θαυμασμός σου θα γίνει μεγαλύτερος. Με τα όπλα δηλαδή που νίκησε ο διάβολος, με τα ίδια τον υπέταξε ο Χριστός. Αφού του άρπαξε (ο Χριστός) τα όπλα του, με εκείνα τον κατετρόπωσε. Και άκουσε πώς; Παρθένος, ξύλο και θάνατος ήταν τα σύμβολα της ήττας μας. Παρθένος ήταν η Εύα, γιατί δεν είχε γνωρίσει ακόμα τον άνδρα της. ξύλο ήταν το δέντρο και θάνατος η τιμωρία του Αδάμ. Αλλά να, και πάλι Παρθένος και ξύλο και θάνατος, αυτά τα σύμβολα της ήττας έγιναν σύμβολα της νίκης. Γιατί αντί της Εύας έχουμε τη Μαρία, αντί του ξύλου της γνώσεως του καλού και του κακού, το ξύλο του σταυρού, και αντί του θανάτου ως τιμωρία του Αδάμ, το θάνατο του Χριστού. Βλέπεις ότι ο διάβολος νικήθηκε με τα όπλα που νίκησε άλλοτε; Τον Αδάμ πολέμησε ο διάβολος και τον νίκησε κοντά στο δέντρο, τον διάβολο νίκησε ο Χριστός πάνω στο σταυρό. Το ξύλο την πρώτη φορά έστελνε απ’ τον Άδη στη ζωή ακόμη κι όσους είχαν πάει εκεί. Το ξύλο επίσης την πρώτη φορά έκρυψε τον αιχμάλωτο που ήταν γυμνός, τη δεύτερη έδειχνε σ’ όλους γυμνό το νικητή (το Χριστό) που ήταν κρεμασμένος ψηλά. Και ακόμη, ο πρώτος θάνατος (του Αδάμ) καταδίκασε κι όλους εκείνους που γεννήθηκαν μετά από αυτόν, ενώ ο δεύτερος (του Χριστού) ανάστησε κι εκείνους ακόμη που έζησαν πριν από Εκείνον. «Ποιος μπορεί να περιγράψει με λόγια τη δύναμη του Κυρίου; Από νεκροί που ήμασταν, γίναμε αθάνατοι. Αυτά είναι τα κατορθώματα του σταυρού. Έμαθες για τη νίκη; Έμαθες με ποιον τρόπο επιτεύχθηκε; Δες τώρα πώς επιτεύχθηκες χωρίς κόπο. Δεν βάψαμε τα όπλα μας στο αίμα, δεν παραταχθήκαμε σε θέση μάχης, δεν τραυματιστήκαμε, ούτε είδαμε κανέναν πόλεμο, κι όμως νικήσαμε. Αγωνίστηκε ο Κύριος και μεις στεφανωθήκαμε. Επειδή λοιπόν είναι και δική μας η νίκη, ας ψάλλουμε όλοι σήμερα σαν στρατιώτες ύμνο επινίκιο: «Κατανικήθηκε ο θάνατος και κατατροπώθηκε. Πού είναι θάνατε η νίκη σου; Πού είναι Άδη το κεντρί σου;».
 
Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011


Τα Φρικτά και Άγια Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού



Βιογραφία
Την Παρασκευή, στέλνεται ο Ιησούς δέσμιος από τον Καϊάφα στον τότε ηγεμόνα της Ιουδαίας Πόντιο Πιλάτο. Αυτός, αφού Τον ανέκρινε με πολλούς τρόπους και αφού ομολόγησε δυο φορές ότι ο Ιησούς είναι αθώος, έπειτα, για να ευχαριστηθούν οι Ιουδαίοι, τον καταδικάζει σε θάνατο• και αφού τον μαστίγωσε σαν δραπέτη δούλο τον Δεσπότη των όλων, Τον παρέδωσε για να σταυρωθεί. Από ’κει και πέρα ο Ιησούς, αφού παραδόθηκε στους στρατιώτες, γυμνώνεται, φοράει κόκκινη χλαμύδα, στεφανώνεται με ακάνθινο στεφάνι, κρατάει κάλαμο σα σκήπτρο, προσκυνείται χλευαστικά, φτύνεται και χτυπιέται στο πρόσωπο και στο κεφάλι. Μετά, φορώντας πάλι τα ρούχα του και βαστάζοντας το Σταυρό, πηγαίνει προς τον Γολγοθά, τον τόπο της καταδίκης και εκεί, γύρω στην Τρίτη ώρα της ημέρας, σταυρώνεται μεταξύ δυο ληστών, βλασφημείται από αυτούς που είχαν πάει στον Γολγοθά μαζί του, μυκτηρίζεται από τους αρχιερείς, ποτίζεται από τους στρατιώτες με ξύδι ανακατεμένο με χολή. Γύρω στην ενάτη ώρα, αφού βγάζει πρώτα φωνή μεγάλη, και λέει: «Τετέλεσται», εκπνέει «ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», την ώρα κατά την οποία σφάζονταν, σύμφωνα με τον νόμο, ο πασχαλινός αμνός, ο οποίος καθιερώθηκε ως έθιμο στους Ιουδαίους, προτυπώνοντας τον Εσταυρωμένο Χριστό, πρίν από 1043 χρόνια.

Το δεσποτικό αυτό θάνατο και η άψυχη κτίση, πενθώντας, τον τρέμει και αλλοιώνεται από το φόβο αλλά ο Δημιουργός της κτίσεως ακόμα και όταν είναι νεκρός, λογχίζεται την ακήρατη πλευρά Του και ρέει απ’ αυτή αίμα και νερό. Τέλος, κατά τη δύση του ηλίου, έρχεται ο Ιωσήφ από Αριμαθείας και ο Νικόδημος μαζί με αυτόν, και οι δυο κρυφοί μαθητές του Ιησού, αποκαθηλώνουν από το Σταυρό το πανάγιο του διδασκάλου σώμα, το αρωματίζουν, το τυλίγουν με καθαρό σεντόνι και αφού το έθαψαν σε καινούργιο τάφο, κυλούν στο στόμιο του μεγάλο λίθο.

Αυτά τα φρικτά και σωτήρια πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού επιτελούμε σήμερα και εις ανάμνηση αυτών παραλάβαμε από αποστολική διαταγή, τη νηστεία της Παρασκευής.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Μεγάλη Τετάρτη (Μεγάλη Τρίτη εσπέρας)

Κατά τη Μ. Τετάρτη επιτελούμε ανάμνηση: (α) του γεγονότος της αλείψεως του Κυρίου με μύρο από μια πόρνη γυναίκα. Επίσης φέρεται στη μνήμη μας, (β) η σύγκλιση του Συνεδρίου των Ιουδαίων, του ανωτάτου δηλαδή Δικαστηρίου τους, προς λήψη καταδικαστικής αποφάσεως του Κυρίου, καθώς και (γ) τα σχέδια του Ιούδα για προδοσία του Διδασκάλου του.
Δύο μέρες πριν το Πάσχα, καθώς ο Κύριος ανέβαινε προς τα Ιεροσόλυμα, κι ενώ βρισκόταν στο σπίτι στου λεπρού Σίμωνα, τον πλησίασε μια πόρνη γυναίκα κι άλειψε το κεφάλι Του με πολύτιμο μύρο. Η τιμή του ήταν γύρω στα τριακόσια δηνάρια, πολύτιμο άρωμα και γι' αυτό οι μαθητές την επέκριναν και περισσότερο απ' όλους ο Ιούδας. Γνώριζαν οι μαθητές καλά πόσο μεγάλο ζήλο έδειχνε πάντοτε ο Χριστός για την ελεημοσύνη προς τους φτωχούς. Ο Χριστός όμως την υπερασπίσθηκε, για να μην αποτραπεί απ' το καλό της σκοπό. Ανέφερε μάλιστα και τον ενταφιασμό Του, προσπαθώντας να αποτρέψει τον Ιούδα από τη προδοσία, αλλά μάταια. Τότε απέδωσε στη γυναίκα την μεγάλη τιμή να διακηρύσσεται το ενάρετο έργο της σε ολόκληρο την οικουμένη.
Ο Ιερός Χρυσόστομος υποστηρίζει ότι δύο ήταν οι γυναίκες που άλειψαν με μύρο τον Κύριο. Οι τρεις πρώτοι Ευαγγελιστές αναφέρουν μια και την ίδια γυναίκα, που πήρε την ονομασία πόρνη. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης όμως κάνει λόγο για άλλη γυναίκα, αξιοθαύμαστη και σεμνή, τη Μαρία την αδελφή του Λαζάρου, που άλειψε τα άχραντα πόδια Του σκουπίζοντας τα με τις τρίχες των μαλλιών της.
Αυτή την ημέρα ψάλλεται και το περίφημο τροπάριο, τελευταίο στην ακολουθία, της ευσεβούς και λογίας ποιητρίας του Βυζαντίου, Κασσιανής. Η ηρωϊδα του ποιήματός της, η γυναίκα που άλειψε με μύρο τον Κύριο ήταν η πόρνη που αναφέρουν οι Ευαγγελιστές (και όχι η ευσεβής ποιήτρια Κασσιανή).
Να και το εξαίσιο τροπάριο σε μετάφραση:
Κύριε, η γυναίκα, η οποία περιέπεσε σε πολλές αμαρτίες, επειδή κατανόησε, ότι ήσουν Θεός (ενανθρωπήσας), αναλαμβάνει έργο μυροφόρου και θρηνούσα φέρει σε Σε μύρα γα να Σε αλείψει πριν ακόμη (αποθάνεις και) ενταφιασθείς. Και λέγει: Αλίμονο σε μένα! γιατί εγώ ζω μέσα σε μια νύκτα, η οποία είναι γεμάτη από πυκνό σκοτάδι και δεν φωτίζεται ούτε από αμυδρό φως, όπως είναι το φως της σελήνης, τρέχω προς τη σαρκική ηδονή ασυγκράτητος, όπως τρέχουν τα ζώα, όταν τα κεντήσει αλογόμυγα, ζω κυριευμένη από τον έρωτα της αμαρτίας. Αλλά Σύ, που υψώνεις τα νερά της θάλασσας, μεταβάλλοντάς τα σε νεφέλες, δέξου των δακρύων μου το ακατάσχετο ρεύμα. Λύγισε (και χαμήλωσε από το άπειρο ύψος Σου) προς εμένα, που Σε ικετεύω με τους στεναγμούς της (μετανοούσης) καρδίας μου, Συ ο Οποίος, με την ακατάληπτη και απερίγραπτη ενανθρώπισή Σου, ελύγισες τους ουρανούς (και κατέβηκες στη γη). Θα φιλήσω με συνεχή και ακατάπαυστα φιλιά τα αμόλυντα Σου πόδια και πάλι (βρέχοντας με τα δάκρυά μου) θα τα σπογγίσω με τις πλεξίδες της κεφαλής μου, αυτά τα πόδια των οποίων το βροντώδη ήχο (από τα βάδισμά Σου) όταν άκουσε μέσα στο Παράδεισο η Εύα εκείνο το δειλινό (της ημέρας της παραβάσεως), φοβήθηκε και από το φόβο της κρύφθηκε. Τα πλήθη των αμαρτιών μου, αλλά και τα απύθμενα βάθη των κρίσεών Σου και των βουλών Σου (δηλαδή τους μυστηριώδεις και απερινόητους τρόπους που χρησιμοποιείς για τη σωτηρία των ανθρώπων,) ποίος θα μπορέσει να εξερευνήσει, ψυχοσώστα Σωτήρα μου; Συ που έχεις άπειρο την ευσπλαχνία, μη παραβλέψεις εμένα, τη δική Σου δούλη!

Αναδημοσίευση από: Ορθόδοξο Καταφύγιο

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Σάββατο του Αγίου και Δικαίου Λαζάρου


Το Σάββατο πριν την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα, η Ορθόδοξη Εκκλησία πανηγυρίζει μια μεγάλη εορτή, το θαύμα του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού όταν ανάστησε εκ των νεκρών τον νεκρό για τέσσερις ημέρες Λάζαρο. Στο τέλος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και των σαράντα ημερών νηστείας και μετάνοιας, η Εκκλησία συνδυάζει αυτή την Εορτή με την Κυριακή των Βαΐων που ακολουθεί. Μέσα σε θρίαμβο και χαρά η Εκκλησία γίνεται μάρτυρας της δύναμης του Χριστού πάνω στο θάνατο και Τον εξυψώνει ως Βασιλέα προτού εισέλθουμε στην πιο κατανυκτική εβδομάδα του χρόνου, αυτή που οδηγεί τους πιστούς στην ανάμνηση των Παθών, της Σταυρικής θυσίας και του θανάτου του Χριστού και τερματίσει στην Εορτή των Εορτών, το Άγιο και Μεγάλο Πάσχα.

Ο Λάζαρος είχε πατρίδα την Βηθανία της Ιουδαίας και ήταν φίλος του Χριστού. Αδελφές του ήταν η Μάρθα και η Μαρία που φιλοξένησαν και υπηρέτησαν τον Κύριο πολλές φορές (Λουκ.ι΄, 38-40, Ιωαν.ιβ΄, 1-3) στη Βηθανία (κοντά στα Ιεροσόλυμα περίπου δύο μίλια).

Λίγες μέρες προ του Πάθους του Κυρίου ασθένησε ο Λάζαρος και οι αδελφές του ενημέρωσαν σχετικά τον Ιησού που τότε ήταν στη Γαλιλαία να τον επισκεφθεί. Ο Κύριος όμως επίτηδες καθυστέρησε μέχρι που πέθανε ο Λάζαρος, οπότε είπε στους μαθητές του πάμε τώρα να τον ξυπνήσω. Όταν έφθασε στη Βηθανία παρηγόρησε τις αδελφές του Λάζαρου που ήταν πεθαμένος τέσσερις μέρες και ζήτησε να δει το τάφο του.

Όταν έφθασε στο μνημείο, δάκρυσε και διέταξε να βγάλουν την ταφόπλακα. Τότε ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, ευχαρίστησε τον Θεό και Πατέρα και με μεγάλη φωνή είπε: «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω». Αμέσως βγήκε έξω τυλιγμένος με τα σάβανα ο τετραήμερος νεκρός μπροστά στο πλήθος που παρακολουθούσε και ο Ιησούς ζήτησε να του λύσουν τα σάβανα και να πάει σπίτι του. (Ιωαν. ια΄,44). Αυτό το υπερφυές θαύμα λοιπόν γιορτάζουμε την ημέρα αυτή.

Αρχαία παράδοση λέγει ότι τότε ο Λάζαρος ήταν 30 χρονών και έζησε άλλα 30 χρόνια. Τελείωσε το επίγειο βίο του στην Κύπρο το έτος 63 και ο τάφος του στην πόλη των Κιτιέων έγραφε: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού».

Το έτος 890 μετακομίσθηκε το ιερό λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Λέοντα το σοφό, ο οποίος συνέθεσε τα ιδιόμελα στον εσπερινό του Λαζάρου: «Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ιδείν», κλπ

Χαρακτηριστικό της μετέπειτα ζωής του Λαζάρου λέγει η παράδοση, ήταν ότι δεν γέλασε ποτέ παρά μια φορά μόνο όταν είδε κάποιον να κλέβει μια γλάστρα και είπε την εξής φράση: Το ένα χώμα κλέβει το άλλο.


Τι είναι ο Παράδεισος !

...

Ζωή αιώνια και αθάνατη.
Ζωή μακάρια και άλυπη.
Ζωή άφθαρτη και αναλλοίωτη.
Εκεί η αγάπη είναι τέλεια.
Εκεί ο φόβος είναι ανύπαρκτος.
Εκεί η μέρα είναι ατέλειωτη.
Εκεί η νύχτα είναι άγνωστη.

Μάτι δεν είδε κι αυτί δεν άκουσε
και λογισμός ανθρώπου δεν έβαλε
όσα ετοίμασε ο Θεός γι’ αυτούς που τον αγαπούν»,
λέει ο Απόστολος Παύλος στην Προς Κορινθίους Επιστολή του.
Αν λοιπόν ο απόστολος, που με τη χάρη του Θεού, μεταφέρθηκε στον παράδεισο, δεν μπόρεσε να περιγράψει την ένδοξη εκείνη μακαριότητα, πώς θα μπορέσουμε εμείς,
μα και πώς να το αποτολμήσουμε, άσοφοι και αφώτιστοι καθώς είμαστε;...

Ω, ζωή παμπόθητη!
Ω, ζωή πανένδοξη!
Ω, ζωή πανευφρόσυνη!
Χαίρεται να σε μελετάει ο νους μου.
Αγάλλεται να σε στοχάζεται η ψυχή μου.
Σκιρτάει και σε ποθεί η καρδιά μου.
Και όσο σε μελετώ και σε στοχάζομαι,
τόσο σε ποθώ και πληγώνομαι από τον ερωτά σου.

Ω, πάγκαλη βασιλεία!
Ω, θεία πολιτεία!
Ω, άνω Ιερουσαλήμ!
Εκεί οι καιροί δεν αλλάζουν,
οι εποχές δεν διαδέχονται η μία την άλλη,
η εορτή δεν λήγει,
τα αγαθά δεν τελειώνουν,
το φως δεν σβήνει!

Στην επουράνια Βασιλεία , στο ατέλειωτο πανηγύρι της Δόξας Του Θεού, αντί για το ανάκατο πλήθος, θα συμπανηγυρίζουν και θα δοξολογούν παναρμόνια τον Κύριο μυριάδες αγγέλων, χιλιάδες αρχαγγέλων, συστήματα προφητών, χοροί μαρτύρων, τάγματα οσίων, συναθροίσεις αποστόλων, συγκροτήματα δικαίων.

θα βλέπεις στολές Θεοΰφαντες και στεφάνια αμαράντινα και βραβεία άφθαρτα
θα περισσεύει ο καρπός του Πνεύματος, η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η ευφροσύνη, η χρηστότητα, η αγαθοσύνη
Θα κυριαρχεί το ανέσπερο και αιώνιο Φως,
το Φως το αληθινό, το Φως του κόσμου, ο Ήλιος της δικαιοσύνης"
ευταξία και ύμνοι και ωδές πνευματικές.

Μακάριοι είναι εκείνοι που θ’ αξιωθούν ν’ ακούσουν τα υπέροχα εκείνα αγγελικά άσματα, την επουράνια μουσική, την ακατάπαυστη μελωδία Μακάριοι είναι εκείνοι που θα ψάλλουν μαζί με τις ασώματες Δυνάμεις το «Αλληλούια» στο Βασιλιά και Θεό των όλων. Μακάριοι είναι εκείνοι που θα βλέπουν την άρρητη δόξα του Κυρίου, καθώς το ζήτησε Εκείνος από τον Πατέρα Του.

Εκεί θα είναι όσοι ένιωθαν τον εαυτό τους φτωχό μπροστά στο θεό, εκεί όσοι πενθούσαν για τις αμαρτίες τους, εκεί όσοι ήταν πράοι, εκεί όσοι πεινούσαν και διψούσαν τη δικαιοσύνη του Θεού, εκεί όσοι έδειχναν έλεος στους συνανθρώπους τους, εκεί όσοι είχαν καθαρή καρδιά, εκεί όσοι εργάζονταν για την ειρήνη, εκεί όσοι διώχθηκαν επειδή αγωνίστηκαν για την επικράτηση του θελήματος του Θεού.

Εκεί όσοι σήκωσαν αγόγγυστα τις πρόσκαιρες θλίψεις, και τώρα απολαμβάνουν ατέλειωτο πλούτο αιώνιας δόξας.
Εκεί η Υπεραγία Θεοτόκος, που έχει τη μεγαλύτερη τιμή και δόξα μετά την Αγία Τριάδα Εκεί ό Τίμιος Πρόδρομος και Βαπτιστής του Χριστού Ιωάννης, ο μέγιστος προφήτης.
Εκεί, λοιπόν, όλοι οι άγιοι, πού αναδείχθηκαν τέλειοι κανόνες αρετής, και τώρα βλέπουν τον Τριαδικό Θεό πρόσωπο με πρόσωπο.

Ας μας αξιώσει ο Κύριος Αυτής της Δόξας Του Προσώπου Του , αν και ουδέποτε θα είμαστε άξιοι.

( Αποστάγματα από " Πώς θα σωθούμε " , Ιεράς Μονής Παρακλήτου )
Αναδημοσίευση: Οδεύοντας

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Πλούτος





Ξέρετε ποιοί έχουν στην πραγματικότητα την κυ­ριότητα του πλούτου; Όσοι περιφρονούν τη χρήση του και περιγελούν τις απολαύσεις. Όσοι σκορπάνε τα λεφτά τους και τα μοιράζουν στους φτωχούς, κά­νουν καλή χρήση τους και φεύγουν απ’ αυτόν τον κόσμο αληθινά πλούσιοι, πλούσιοι σε καλά έργα και αγάπη και χάρη Θεού.


Άγ.Ιωάννης Χρυσόστομος

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Αγία Μαρία , δώσε μου ένα λεπτό απ΄ τους αιώνες σου !


...
Αγία Μαρία ...δώσε μου ένα λεπτό απ τους αιώνες σου.

Αγία Πόρνη σε είπανε …και κλάψανε στη θύμισή σου όλες οι αλύτρωτες ψυχές οι πονεμένες…

Στη γυμνή σου θέα μόνο τα μάτια μου στη γη μπορώ να χαμηλώσω…

Όχι από ντροπή που δεν σε σκέπασε ολάκερη του Ζωσιμά το ράσο , μα γιατί τα δικά μου τα ρούχα τα ξεχωριστά δεν μπορούν την γύμνια της ψυχής μου να καλύψουν …

Δώσε μου ένα λεπτό αληθινής μετάνοιας … ένα λεπτό απ΄τους αμέτρητους αιώνες που χώρεσαν σε σαράντα επτά χρόνια της ηλιοκαμένης δικής σου …

Δώσε μου ένα ψίχουλο λυγμού από τα τρία καρβέλια που χόρταιναν την ζήση σου και την καρτερική σου θλίψη .

Την ελπίδα στα μάτια σου αντικρίζω κάθε φορά που της απελπισίας η χάρυβδη θέλει να με αγκαλιάσει …

Στην δίνη της να αντισταθώ βοήθα με …

Κι απόψε πριν κλείσω τα πάλι στεγνά μου μάτια εσέ θ’ αναζητήσω…

«Έκβαλόντες με νυνί περιεκύκλωσάν με. «Το άγαλλίαμά μου, λύτρωσαί με από των κυκλωσάντων με» ...

Αγία του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών …

Το παράδειγμά σου μας έδειξε της Μετανοίας το δρόμο , και Του Θεού Την Αγκαλιά!

Στην κόλαση δεν πάνε οι αμαρτωλοί μα οι αμετανόητοι !...


Ο Θεός ακούει όλα τα παιδιά του .

Μιά πονεμένη χήρα μάνα βρίσκεται σ’ ἕνα νοσοκομεῖο μέ τό δίχρονο παιδάκι της νά χαροπαλεύει ἀπό λευχαιμία.

Ὁ πόνος τῆς εἶναι μεγάλος, διότι ἤδη ἔχει χάσει ἄλλα δυό παιδιά, καί τώρα ἔβλεπε νά τῆς φεύγει καί τό τελευταῖο, τρίτο βλαστάρι τη. Ὅσο περνοῦσαν οἱ ὧρες, τόσο καί πιό πολύ μεγάλωνε ἡ ἀπελπισία τη. Ἦταν ἤδη 2:00 μετά τά μεσάνυκτα, ὅταν ὅλως ἐκτάκτως πέρασε ἀπό τό θάλαμο ὁ διευθυντής τοῦ τμήματος, νά δεῖ ἕνα διπλανό κοριτσάκι ‘’ἐπί πληρωμή’’ καί ἀπό παρόρμησι πρόσεξε καί τό δίχρονο παιδάκι τῆς χαροκαμένης ἐκείνης μάνας. Τό ἐξέτασε καί τῆς εἶπε: Λυπᾶμαι πολύ κυρία μου। Πάρε τό παιδάκι σου καί φύγε τώρα, γιά νά πεθάνη τουλάχιστον στήν ἀγκαλιά σου καί στό σπίτι σου. Σάν τό ἄκουσε αὐτό ἡ δύστυχη μάνα ἀπό τό στόμα τοῦ γιατροῦ, μέ λυγμούς, τύλιξε τό παιδάκι της μέ μία κουβερτούλα, τό ἕσφιξε στήν ἀγκαλιά της καί ἔφυγε τρέχοντας. Βγῆκε στό δρόμο… Παντοῦ ἐπικρατοῦσε ἐρημιά καί ἡσυχία. Τίποτα δέν κυκλοφοροῦσε. Σέ μία στροφή τοῦ δρόμου, βλέπει ξαφνικά μπροστά τῆς μία νεαρή σχετικά γυναίκα, περίπου 30 ἐτῶν. Μόλις εἶχε τελειώσει τή δουλειά της, ἦταν πόρνη। Μόλις ἔφθασε ἡ μάνα μπροστά της, τήν σταμάτησε καί τῆς ἔβαλε μέ βία τό παιδάκι τῆς μέσα στήν ἀγκαλιά της. Ταυτόχρονα, ἔπεσε στά πόδια της καί φώναξε: Σῶσε τό παιδί μου! Σῶσε τό παιδί μουουουου!!! Τά ἔχασε αὐτή! Πόρνη ἦταν, ἁμαρτωλή ἦταν, βυθισμένη στό βοῦρκο τῆς ἀκολασίας! Τί νά κάνει; Στά πόδια τῆς μία μάνα, στά χέρια τῆς ἕνα παιδί πού ἔσβηνε. Τό εἶδε ὅτι ἔσβηνε. Σήκωσε τά μάτια της στόν οὐρανό καί εἶπε μέ δυνατή φωνή: Τί προσευχή νά κάνω τώρα Θεέ μου; Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλή, ἐγώ εἶμαι πόρνη! Τώρα μόλις τελείωσα τήν δουλειά μου. Ἄν δέν μ’ ἀκοῦς ἐμένα –καί δέν θά μέ ἀκούσεις, βέβαια, γιατί εἶμαι ἁμαρτωλή- ἄκουσε τουλάχιστον αὐτή τή πονεμένη μάνα. Ἐκείνη τή στιγμή ἔγινε τό θαῦμα!!! Κατέβηκε ἕνα φῶς ἀπό τόν οὐρανό καί τό παιδί ἄνοιξε τά ματάκια του, φώναξε μανούλα μου! κι ἅπλωσε τά χεράκια του ἀγκαλιάζοντας τή πόρνη, γιατί νόμισε ὅτι αὐτή ἦταν ἡ μανούλα του. Πάρ’ τό τῆς εἶπε. Ὁ Θεός ἔκανε τό θαῦμα Του! Ὁ Θεός ἄκουσε τή προσευχή μίας ἁμαρτωλῆς, μίας πόρνης καί ὄχι τῆς μάνας! Αὐτό συντάραξε τά λιμνάζοντα ‘’νερά’’ στή ψυχή τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας, ὥστε μέ συντριβή καί μετάνοια, καί μέ ἐξομολόγηση, ὁριστικά πλέον ἄλλαξε τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας μέ τή νέα ἐν Χριστῷ ζωή. Δόξα στό Ὄνομά σου, Κύριε!


Πηγή : Από το βιβλίο " Πνευματικές Διαδρομές στους Μακαρισμούς " ,

π. Στέφανου Αναγνωστόπουλου,
Αναδημοσίευση: Οδεύοντας

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Προσευχή στο φύλακα άγγελό μας

Άγιε Άγγελε, εσύ που είσαι φύλακας (προστάτης) της αθλίας ψυχής μου και της ταλαίπωρης ζωής μου, μή με εγκαταλείψης τον αμαρτωλό, μήτε να απομακρυνθής από μένα εξ αιτίας της χαυνότητός μου. Μή επιτρέψης στον πονηρό δαίμονα να κυριαρχήσει επάνω μου κατατυραννώντας αυτό το θνητό μου σώμα. Κράτησε το ταλαίπωρο και παράλυτο χέρι μου και οδήγησέ με στην οδό της σωτηρίας. Ναι, άγιε Άγγελε του Θεού, εσύ που είσαι φύλακας και σκεπαστής της αθλίας ψυχής μου και του αθλίου σώματός μου, συγχώρησέ με για όλα εκείνα με τα οποία σε ελύπησα όλες τις ημέρες της ζωής μου, και για όσα αμάρτησα την σημερινή ημέρα. Σκέπασέ με και τούτη τη νύκτα και διαφύλαξέ με από κάθε επήρεια του αντιπάλου διαβόλου, για να μή παροργίσω τον Θεό με κάποιο αμάρτημα. Και συνάμα πρέσβευε για χάρι μου προς τον Κύριο, να με στερεώση στον θείο φόβο (=σεβασμό) και να με κάνη δούλο άξιο της αγαθότητός του. Αμήν.

Η προσευχή αυτή στον φύλακά μας Άγγελο είναι στο τέλος του Μικρού Αποδείπνου. Καλό είναι να την λέμε κάθε βράδυ προτού κοιμηθούμε.

Αναδημοσίευση από:  Αγιορείτικο Βήμα

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Η μνήμη θανάτου είναι η μόνη δύναμη που κάνει τελικά τη ζωή έντονη

Ο Βίκτωρ Ουγκώ έλεγε ότι υπάρχει φωτιά στα μάτια των νέων, αλλά θα έπρεπε να υπάρχει και φως στα μάτια των γερόντων. Ο καιρός της δυνατής φωτιάς περνά, ο καιρός του φωτός πλησιάζει, αλλά όταν έλθει ο καιρός για να γίνουμε φως, δεν μπορούμε πλέον να κάνουμε αυτά τα πράγματα που έπρεπε να είχαν γίνει την εποχή που ήμασταν φωτιά. Ο χρόνος είναι απατηλός. Όταν μας λένε ότι πρέπει να θυμόμαστε το θάνατο, δεν είναι για να μας δώσουν φόβο για τη ζωή, αλλά για να μας κάνουν να ζήσουμε με όλη την ένταση που θα είχαμε αν συνειδητοποιούσαμε ότι κάθε στιγμή είναι μόνο η στιγμή πού κατέχουμε, και ότι η κάθε στιγμή της ζωής πρέπει να είναι τέλεια: μας υποδεικνύεται όχι το βάθος αλλά η κορυφή του κύματος, όχι μια ήττα αλλά ένας θρίαμβος. Έτσι, η μνήμη θανάτου φαίνεται ότι είναι η μόνη δύναμη που κάνει τελικά τη ζωή έντονη. 

Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος (Μπλουμ)

Αναδημοσίευση από: Αναστάσιος